Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Μην Πυροβολείτε Τον Πιανίστα: Βάνει ο Ντούτσε τη στολή του.

Όσο πλησιάζει το τέλος του Οκτώβρη, 
δε μπορώ παρά να ταξιδέψω στις μαγικές εποχές
 των σχολικών εορτασμών για το μεγάλο ΟΧΙ 
της 28ης αυτού του δύσμοιρου 10ου μήνα του χρόνου…
 Υπήρχε κάτι σε αυτές τις γιορτές. 
Δεν είχαν την κλάψα, τα γαρύφαλλα 
και τα σουξεδάκια του Πολυτεχνείου, 
ούτε τις βλαχιές της 25ης Μαρτίου. 
Δεν υπήρχαν εύκολες λύσεις κοινώς και μόνο
ο Λοΐζος σε ξελάσπωνε λίγο… -ΟΧΙ! 
-Μα, γιατί Θανασάκη δε θέλεις να συμμετέχεις
 στην ορχήστρα που θα παίξει στη γιορτή;
 -Μα κυρία Καρπαζοπούλου, με ποιον θα παίξουμε; 
Με το Γιωργάκη που ξέρει μόνο το Ζεϊμπέκικο 
της Ευδοκίας και τη Φραγκοσυριανή 
(χωρίς την εισαγωγή) στο μπουζούκι, τη Μαρία
 που παίζει πιάνο μόνο αφού την έχει δείρει
 η μάνα της, το Βασίλη που παίζει τουμπερλέκι 
σε εκείνο το oriental club τα Σάββατα κρυφά 
από τον πατέρα του ή με το Νικόλα 
από το νομό Ηλίας; -Έλα τώρα τρία-τέσσερα κομμάτια
 είναι, θα σας οργανώσει ο καθηγητής της μουσικής
 και μια χαρά θα τα πάτε. -Ποιος; Αυτός που έρχεται 
μια φορά το μήνα και νομίζει ότι τα μαύρα πλήκτρα
 στο πιάνο έχουν τέτοιο χρώμα επειδή βγάζουν
 πιο σκοτεινούς ήχους;
 -Πρόσεχε πως μιλάς…αλλά ναι!
 -Προλαβαίνω να φάω μια αποβολή κυρία; 
-Εμπρός για πρόβα! -Μα λατρεύω την Οικιακή 
Οικονομία, δε μπορώ να χάνω ώρες! -Πρόβα! 
Η πρόβα (όπως σε όλες τις σχολικές εκδηλώσεις)
 γινόταν στο γυμναστήριο. Δηλαδή σε έναν άδειο 
χώρο με μερικά σκουπίδια στοιβαγμένα 
σε μια γωνία και κάτι λιγδιάρικα, σκοροφαγωμένα
 στρώματα. Χτύπησε το κουδούνι και είχε πέσει 
το σύρμα ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στη γιορτή
 θα έπρεπε να μαζευτούν εκεί. Άλλοι χαρούμενοι 
που θα χάσουν μάθημα, άλλοι τρακαρισμένοι, 
άλλοι με εθνική περηφάνια (αν και τη γενιά μου
 δεν την έπιασε, πλέον όλοι θα έχουν 
έναν Χρυσαυγίτη στην τάξη τους) και εγώ
 με μια βαρεμάρα απερίγραπτη. 
Το μόνο καλό στην υπόθεση είναι ότι έπρεπε 
να φέρω την κιθάρα στο σχολείο.
 Αυτό μου έδινε ένα ροκ-σταρ attitude μπροστά
 στα άλλα πιτσιρίκια με τις χαζές POLO. 
Άλλωστε τι να πιάσει ο Fido Dido μπροστά
 στον Leo Fender μάγκα μου; Η αρχή γινόταν 
με τα ίδια κλισέ ποιήματα και έτσι βρήκα λίγο
 χρόνο να φιδιάσω σε μια γωνία μήπως 
και με ξεχάσουν. Το reverb στην αίθουσα είχε 
πιο μεγάλη ουρά και από αυτή του Ροζ πάνθηρα,
 έτσι που αν ντάγκλαρες λίγο νόμιζες ότι άκουγες
 τις απαγγελίες μέσα στο όνειρό σου
… ΝΤΑΡΑΓΚΑΝΤΡΑΝ! 

Πετάχτηκα πάνω έντρομος για να διαπιστώσω 
ότι ο Γιωργάκης έπαιξε ένα ξεκούρδιστο ακόρντο
 με το χρυσελεφάντινο μπουζούκι του. 
Τα ψέματα είχαν τελειώσει είχε έρθει
 η ούρα της πρόβας. Ο μουσικάντης καθηγητής
 είχε φέρει κάτι μουτζουρωμένες παρτιτούρες 
της κακιάς ώρας, γραμμένες σε σανσκριτική 
πλάγια βαβούρα. Τις άφησε και πήγε να μιλήσει 
στο τηλέφωνο. Θα έρθει να μας ακούσει λέει.
Ήμαρτον. Ξεκινάμε. 
«Βάνει ο Ντούτσε τη στολή του…» 
-Νικόλα, δεν είναι «Βάνει». 
Είναι «ΒΑΖΕΙ ο Ντούτσε τη στολή του» 
-Έ, εγώ τι είπα; Βάνει. -Βάζει -Ε, ναι. 
Βάνει. -Καλά Χριστούγεννα. 
Θα ήταν παρωδία η υπόθεση. 
Κάτι σαν το Scary Movie των εθνικών εορτών, 
μα χωρίς τη βυζαρού ξανθιά και το black man 
με τους μπάφους του. Ο Βασίλης ο τουμπερλεκάς 
έπαιζε όλα τα κομμάτια ρούμπα και έκανε
 και την χαρακτηριστική κίνηση Παντελίδη
 με το κεφάλι. Η Μαρία στο πιάνο κοίταζε 
την παρτιτούρα λες και ήταν σε θρίλερ στο σινεμά, 
με μια απέχθεια και έναν τρόμο, μα χωρίς 
να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω της, βγαίνοντας 
συνέχεια εκτός ρυθμού, ενώ ο Γιωργάκης πήγαινε 
τη διπλοπενιά κόσα (εκ του –με δια-κόσα) 
λες και θα βγει η Πάολα. Το τσούρμο, η χορωδία,
 ακουγόταν σα μποτιλιάρισμα στην Κηφισιάς,
 με την κυρία Καρπαζοπούλου να κάνει 
περήφανα το Μίκη Θεοδωράκη 
(ξέρετε αυτές τις κινήσεις λες και σε έχει 
βαρέσει ρεύμα και εγκεφαλικό μαζί). 
Καλά Χριστούγεννα. 
«Ώπ, καλώς το Στραβίνσκι» μουρμούρισα, 
καθώς ο καθηγητής της μουσικής με ένα μπλαζέ 
ύφος επέστρεψε μετά το τηλεφώνημά του, 
με ένα φρέντο και ένα σάντουιτς ολυμπιακών
 διαστάσεων στο χέρι. «Τι έχουμε; Έτοιμοι;»
 είπε μπουκωμένος με τα ψίχουλα
 να ραίνουν το χώρο. 
Παίξαμε άλλες δυο-τρεις φορές τα τραγούδια 
(ο Θεός να τα κάνει) και κατά τον μαέστρο 
ήμασταν έτοιμοι. Δεν τον αδικώ που κοίταζε 
το ρολόι του σε κάθε δεύτερο κουπλέ. 
Κι εγώ ήθελα να φύγω. Αλλά από τη μία εγώ
 δεν πληρωνόμουν και από την άλλη αυτός 
δεν θα ανέβαινε στη σκηνή να κάνει 
τον καραγκιόζη μεθαύριο. Μάλλον θα καθόταν 
πίσω πίσω ή έξω και θα χαλβάδιαζε 
με την πεταχτούλα Γαλλικού. 
Ήρθε λοιπόν η μεγάλη μέρα. 
Θα ήταν σίγουρα μεγάλη, γιατί ήταν Τετάρτη 
και είχε λαϊκή, δεν είχαν γυρίσει ακόμα τα ρολόγια 
και η ντομάτα θα πήγαινε κόσα 
(στο εξήγησα αυτό έτσι;). Ο ηχολήπτης 
που καλύπτει τις κηδείες στην εκκλησία έφερε 
μια κονσόλα ίδιο μοντέλο με αυτό 
που χρησιμοποιούσε ο Μεταξάς στον ιστορικό του λόγο, 
και δυο ηχεία που βρώμαγαν λιβάνι. 
Όλο το σχολείο στρώθηκε από κάτω με μια
 έκφραση βαρεμάρας (ωχ όχι πάλι τα ίδια, 
γιατί δε λένε κανένα από τα επαναστατικά
 του Σφακιανάκη;) αλλά και ανυπομονησίας
 (άντε να τελειώνουμε να πάμε για καφέ).
 Μετά από το πρώτο πρόγραμμα που περιλάμβανε
 την ποίηση, βγαίνει ο Νικόλας για να πούμε 
το πρώτο κομμάτι. «Βάνει ο Ντούτσε τη στολή του…»
 Καλά Χριστούγεννα είπα; 
Τελικά δε φάγαμε ντομάτες. 
Μας χειροκρότησαν κιόλας. 
Σκέφτηκα ότι αφού μπορούν και πηγαίνουν
 στα ελληνάδικα live και στη συναυλίες της Στικούδη
 έχουν εκπαιδευτεί και δεν έχουν πρόβλημα
με την κακοφωνία και τον ηχητικό αχταρμά.
 Συν ότι όλα τα κομμάτια έμοιαζαν οικεία
με τον Βασίλη να τα παίζει ρούμπα. 
Η κυρία Καρπαζοπούλου και ο Στραβίνσκι 
έδειχναν πολύ περήφανοι. Δεν ήθελα να πω κάτι 
και να τους το χαλάσω. Αφού την έβγαλα καθαρή,
 χωρίς να αρχίσω κανέναν στις κλωτσιές 
και να με διώξουν από το σχολείο, ή με καμιά κώφωση,
 ας πάω να πιω καμιά μπύρα… 
-Θανασάκη αφού πήγε τόσο καλά η γιορτή, 
θα αρχίσουμε προετοιμασίες για τη 17 Νοέμβρη 
από την άλλη εβδομάδα, εντάξει; 
Και τα Χριστούγεννα είναι τόσο μακριά…  
 Κείμενο: Θάνος Λυμπερόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια :