Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Γιατί δεν πήρε ο Νίκος Καζαντζάκης το βραβείο Νόμπελ;

Η ιστορία της διεκδίκησης, της αναμενόμενης 
οριστικής θετικής απόφασης και τελικά
 της ματαίωσης της απονομής του Βραβείου Νομπέλ 
στον Νίκο Καζαντζάκη κράτησε 11 ολόκληρα χρόνια. 
Θεωρώ ότι το είχαμε μέσα στα χέρια μας. 
Και το σκοτώσαμε.
 Ολα αυτά τα χρόνια, 1946-1957, η Ελλάς όχι μόνο
 κυνηγούσε τον Καζαντζάκη να μην πάρει το Νομπέλ, 
αλλά σε αντιπερισπασμό προέβαλλε άλλο συγγραφέα..
 .....αξιότερό του. Και απαξίωνε τον άξιο.
 Ουσιαστικά τον εξέβαλε από τον προθάλαμο
 της βράβευσης.
Χαρακτηριστική είναι η φράση του Αλμπέρ Καμύ, 
ο οποίος πήρε το Νομπέλ το 1957, σε γράμμα του 
προς την Ελένη Ν. Καζαντζάκη: «...Και ακόμα δεν ξεχνώ 
πως τη μέρα που λυπόμουν να δεχθώ μια διάκριση, 
που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο,
 επήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο 
από όλα τηλεγράφημα...».

Για πρώτη φορά η υποψηφιότητα
 του Νίκου Καζαντζάκη για το Νομπέλ προτείνεται 
στη Σουηδική Ακαδημία από την Εταιρεία
 Ελλήνων Λογοτεχνών και τον Σύνδεσμο 
Ελλήνων Λογοτεχνών τον Μάιο του 1946. 
Ηταν κοινή υποψηφιότητα
 για τον Καζαντζάκη και τον Αγγελο Σικελιανό. 
Νωρίτερα ο Καζαντζάκης, ως πρόεδρος της Εταιρείας 
και διά της Εταιρείας, είχε προτείνει για το Νομπέλ 
τον Σικελιανό. Οταν ύστερα πληροφορήθηκε
 από έρευνα στη Στοκχόλμη ότι η πρόταση 
μπορούσε να περιλαμβάνει πέραν του ενός πρόσωπα, 
ακόμη και τρία τέσσερα, επανήλθε.
 Και έγινε έτσι νέα πρόταση για τους δύο μαζί.
Ο Καζαντζάκης ζήτησε από τον Σικελιανό 
«να θελήσει να ενωθούν τα ονόματά τους αναπόσπαστα, 
γιατί, στην αγάπη, ένα πράμα, μοιραζόμενο, διπλασιάζεται.
 Και η τιμή για την Ελλάδα θα 'ταν διπλή». 
(Από γράμμα του προς τον Παντελή Πρεβελάκη, 
18.7.1946.) Προτάσεις στη Σουηδική Ακαδημία
 μπορούσαν να κάνουν ακαδημίες και ακαδημαϊκοί, 
λογοτέχνες και σωματεία τους, γνωστοί άνθρωποι
 των γραμμάτων και των τεχνών. 
Η Ακαδημία Αθηνών δεν τον πρότεινε βέβαια. 
Πώς άλλωστε ήταν δυνατό να προτείνει 
τον Καζαντζάκη για Νομπέλ, αφού μόλις
 τον προηγούμενο χρόνο τον είχε θεωρήσει
 ακατάλληλο να γίνει μέλος της, προκρίνοντας
 αντ' αυτού τον Σωτήρη Σκίπη; 
Εντός Ακαδημίας ο Σκίπης, εκτός Ακαδημίας 
ο Καζαντζάκης! Εκτός και ο Σικελιανός!

Μαζί με την αίτησή του προς την Ακαδημία 
Αθηνών, τον Μάρτιο του 1945, ο Καζαντζάκης 
υπέβαλε και κατάλογο των έργων του: πέντε
 ταξιδιωτικά, δώδεκα δραματικά, τρία φιλοσοφικά, 
ένα ποιητικό, τέσσερα μυθιστορήματα, ένα ιστορικό,
 δώδεκα μεταφράσεις και πολλά παιδικά βιβλία. 
Αυτή ήταν ως τότε η πνευματική δημιουργία του,
 καθώς και μερικά άλλα που δεν περιέλαβε. 
Με την πάροδο του χρόνου το συγγραφικό του έργο 
εμεγεθύνετο και έκρουε την πύλη
 της Σουηδικής Ακαδημίας.
Δεν είναι άσκοπα δύο κατατοπιστικά λόγια
 για τον αδιαλείπτως τον καιρό εκείνο προβαλλόμενο
 από την Ελλάδα για το Νομπέλ Γεώργιο Βουγιουκλάκη.
Στην Εθνική Βιβλιοθήκη υπάρχει δελτίο 
με τα έργα του: «Το φάντασμα της γυμνής γυναίκας»
 το 1930, «Το φιδίσιο βλέμμα» το 1931, 
«Ο ξένος» το 1936, «Η Μαντάμ Ενα»
 και «Οι Πουλητές» το 1946 και «Η πράσινη οχιά» 
το 1962. Φιδίσια βλέμματα και γυμνά φαντάσματα 
και πράσινες οχιές. Για πράσινα άλογα 
δεν ξέρω αν έγραψε. Δεν είναι δυνατό να ήταν
 άμοιρος της ατιμίας κατά του Καζαντζάκη.
Γράφει στον Νίκο Καζαντζάκη, ελληνικά πάντοτε, 
ο φίλος του ελληνιστής και συγγραφέας ­ έγραψε
 βιβλίο για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία ­ Βorje Knoss
 από τη Στοκχόλμη στις 9.9.1956
(«Νέα Εστία», τεύχος 1211, Χριστούγεννα 1977, σελ. 306):
 «... Η Σουηδική Ακαδημία δεν ξέρει τι να κάνει
 γιατί η Ακαδημία των Αθηνών και πολλοί Ελληνες 
έχουν προσφέρει για το Βραβείο Νόμπελ έναν
 κύριον που ονομάζεται Βουγιουκλάκης. 
Συγχρόνως έγραψαν να μη ζητήσουν οι Σουηδοί 
συμβουλές από εμένα γιατί είμαι "κομμουνιστής"...». 
Αυτός, λοιπόν, ο Βουγιουκλάκης δεν ανέκυψεν 
αιφνιδίως το 1956. Ηταν ήδη παλαιάς χρήσεως 
και μεταχειρισμένος από προηγούμενα χρόνια.

Ο Βorje Knoss έγραψε νωρίτερα, στις 14.12.1947, 
στον Γιώργο Θεοτοκά πληροφορώντας
 τον για μια δεκαπεντασέλιδη μπροσούρα, 
που κυκλοφόρησε στη Στοκχόλμη και ήταν εχθρική
 για τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό και λίαν
επαινετική για τον έλληνα μυθιστοριογράφο 
Γεώργιο Βουγιουκλάκη, τον οποίο παρουσίαζε
 ως κορυφαίο! Και ο Knοss ρωτάει τον Θεοτοκά: 
Ποιος είναι αυτός; Αλήθεια, ποιος είναι αυτός;
 Μήπως μια πράσινη οχιά; Αποκλείεται.
Ξένοι προς την Ελλάδα
Είναι πασιφανές ότι ο Νίκος Καζαντζάκης 
καταπολεμάται σφοδρώς από την πατρίδα του, 
η οποία είχε χαρακτηρίσει «σκάνδαλο» 
τον διορισμό του στην UNESCO, στο Παρίσι,
 το 1946. Εφερε ο Καζαντζάκης, μαζί 
με τον Σικελιανό, ένα μεγάλο 
προπατορικό αμάρτημα. 
Σύμφωνα με εφημερίδα της εποχής 
(«Εστία», 31.8.1946), ήσαν και οι δύο 
«υποψήφιοι των σφαγέων του Δεκεμβρίου»
 και «τελείως ξένοι προς την Ελλάδα». 
Η προσπάθειά τους για το Νομπέλ «ολίγον διαφέρει
 της απάτης» έκρινεν ακόμη η εφημερίδα. 
Το σχόλιό της εστέγασε κάτω από τον τίτλο: 
«Μια διεθνής απάτη». Διεθνής απατεώνας
 ο Καζαντζάκης, διεθνής απατεώνας ο Σικελιανός.
 Για διαπλοκές και διαπλεκόμενα δεν τους έγραψαν! 
Ησαν όμως «άνθρωποι της Μόσχας» και «Εαμοσλάβοι»! 
Στην Αθήνα γινόταν και κατάσχεση βιβλίων
 του Καζαντζάκη από την Αστυνομία.
Ο Καζαντζάκης εξαρχής εργάστηκε πολύ 
προς την κατεύθυνση του Νομπέλ, κινητοποιώντας
 φίλους του ή φίλους φίλων του. 
Μέσω φίλων, π.χ., επιδιώκει τη συμπαράσταση 
του πρέσβεως της Ελλάδος στη Νορβηγία Δημητρίου
 Λάμπρου, του πρέσβεως Επαμεινώνδα Πανά 
στη Στοκχόλμη, ακόμη και του αντιπροσώπου 
της Ελλάδος στην UNESCO Αλεξάνδρου Φωτιάδη.
 Για την ελληνική πρεσβεία στις Βρυξέλλες γράφει 
ότι «του είναι εχθρικό έδαφος». Αυτό το εχθρικό
 έδαφος στη συνέχεια θα επεκταθεί και θα γίνει
 ναρκοπέδιο. Και θα οργανωθεί καλύτερα
 και το ελλαδικό επιθετικό φουσάτο. 
Στην προσπάθειά του ο Καζαντζάκης έγραψε
 επιστολή και στον Αρχιεπίσκοπο της Ουψάλας 
της Σουηδίας επιζητώντας τη βοήθειά του. 
Θετική είναι η πληροφορία μου αυτή
 και απλώς αναζητώ το κείμενο.
Η υπόθεση Καζαντζάκη γίνεται ευρύτερα γνωστή
 και προκαλεί συμπάθειες, ενώ ο συγγραφέας ολοέν
 και περισσότερο με το έργο του κατακτά
 τη διεθνή αναγνώριση.
 Το 1952 οι νορβηγοί συγγραφείς ­ 
η Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών ­ τον προτείνουν
 ομοθύμως ως υποψήφιο για το Νομπέλ. 
Η Νορβηγία προσφέρεται να του δώσει 
νορβηγική υπηκοότητα και νορβηγικό διαβατήριο. 
Εκείνος ευχαριστεί, αλλά αρνείται να αποδεχθεί.
 Δεν ήταν η πρώτη φορά που αποποιήθηκε
 παρόμοια πρόταση, έστω 
και αν θα του έλυνε μεγάλα προβλήματα.
Οι βιοτικές του συνθήκες ήσαν άσχημες. 
Η ανέχεια τον βασανίζει. Λίγο αργότερα θα γράψει:
 «...πια έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο...» 
και εν συνεχεία: «βράζει η ψυχή μου και λαχταρώ 
να λυτρωθώ από την οικονομική ανάγκη». 
Είναι και άρρωστος. Το 1952 του παρουσιάζεται 
σοβαρή μόλυνση στο δεξί μάτι, το οποίο τελικά
 έχασε τον επόμενο χρόνο. Τότε και άλλο πρόβλημα 
υγείας, μάλλον από ιατρικό λάθος, τον έφερε 
στα πρόθυρα του θανάτου. Ο φίλος του Βorje Knoss
 ζητεί την άδειά του να κάνει έκκληση από το ραδιόφωνο 
και, «σε μια ώρα» του γράφει 
«θα μαζέψω όσα χρήματα χρειάζονται 
να κάνετε την καλύτερη θεραπεία του κόσμου». 
Αλλά αρνείται να το δεχθεί ο σαρανταπληγιασμένος 
ετούτος σκληροτράχηλος Κρητικός, που πάλευε 
με τον Χάρο σφίγγοντας στα δόντια του σαν ιερή 
πικροδάφνη τον καημό και το όραμα της διώκτριας
 μητρός πατρίδος Ελλάδος. Σαν τον αρχαίο τυφλό 
ραψωδό υμνεί τα κλέη της πατρίδος του. 
Και σαν σύγχρονος αρχέτυπος Οδυσσέας
 απλώνει τους οραματισμούς του πάνω 
και πέρα από τους ορίζοντες των ανθρώπων 
χαράσσοντας πορεία για την ανθρωπότητα.

Και όμως. Ούτε καν ανανέωση ή θεώρηση
 διαβατηρίου του έδιναν εύκολα τα ελληνικά προξενεία 
για να μπορεί να διακινείται. Και για εκείνον τα όνειρα
 και τα ταξίδια ήσαν «ευεργέτες». Για κάθε χώρα 
χρειαζόταν «βίζα». Τον παίδευαν κυριολεκτικά κάθε 
φορά, αλλά και ενίοτε δεν του την έδιναν. 
Εγραψε ο Καζαντζάκης ένα τέτοιο περιστατικό
 στον Παντελή Πρεβελάκη στις 5.7.1951
 από την Αντίμπ: «...Ολα ήταν έτοιμα 
(pension που θα μένω, άδεια γαλλική, visa ιταλικό)
 για να πάω στη Φλωρεντία ­ κι η Ελληνική Κυβέρνηση 
αρνιέται να μου ανανεώσει το διαβατήριο!
 Εχω προξενικό διαβατήριο ­ κι αρνιέται να με αφήσει 
να βγω από τα γαλλικά σύνορα. 
Εκεί καταντήσαμε― με κυνηγούν, μου κάνουν
 ό,τι κακό μπορούν και λυπούνται 
που δεν μπορούν να μ' εξοντώσουν...».
Οταν ο Νίκος Καζαντζάκης, ετών 41,
 και η Ελένη Σαμίου, ετών 20, πρωτοσυναντήθηκαν
 τον Μάιο του 1924 στην Αθήνα και συνέχεια
 στη Ραφήνα, ο ένας διάβασε μέσα στα μάτι
 του άλλου το αλληλένδετο πεπρωμένο του. 
Και όταν αποφάσισαν να δεθούν μεταξύ τους 
και θαρραλέως να συζούν, πριν ακόμη από τον γάμο, 
ο Νίκος είπε στην Ελένη ότι η αγάπη τους 
είναι μονόδρομος, δρόμος χωρίς επιστροφή. 
Της είπε ακόμη ότι στη ζωή τους θα βρουν δυσκολίες
 πολλές, μπορεί και «να πουν το ψωμί ψωμάκι». 
Και το είπανε. Ενα πράγμα όμως δεν θα της συμβεί 
ποτέ μαζί του, να πλήξει. 
Δεν έπληξε ποτέ. 
Και στάθηκε στον «πούντον» της, 
όπως λέμε στην Κύπρο. 
Σε όλες τις αντίξοες ώρες η Ελένη 
με αυταπάρνηση του συμπαραστάθηκε και τον γλύκαινε. 
Και στις ευτυχισμένες ώρες τού έκανε τη γη παράδεισο. 
Εγινε αθλητίνα και συναθλητίνα του, 
«γενναία συντρόφισσα στον εδικό του ανήφορο».

Εβγαινε τότε ταπεινά η Ελένη στα πάρκα 
της Αντίπολης ­ πόσο θυμίζει τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» 
του Διονυσίου Σολωμού ­ και μάζευε φοινίκια
 κάτω από τις φοινικιές. Τα πλένει, τα βάφει, 
τα τρυπάει, τα περνά σε πλαστική κλωστή 
και τα πουλάει στους τουρίστες. Και σώζει έτσι ξανά 
τον άνθρωπό της, όπως τον έσωσε και πριν
 στην Αίγινα, τον καιρό της ναζιστικής Κατοχής
 και της μεγάλης πείνας. Γι' αυτό και όχι αδίκως 
εκείνος της πλέκει ύμνο μέγα
 στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: 
«...είχαμε καλή γυναίκα, εσένα την έλεγαν Χερώνυμα,
 εμένα Ελένη. Τι τύχη ήταν ετούτη, παππού μου! 
Πόσες φορές, κοιτάζοντάς τις, δεν είπαμε κι οι δυο
 από μέσα μας: "Βλογημένη να 'ναι η ώρα 
που γεννηθήκαμε!"...». (Κεφάλαιο: Επίλογος.)
Σε μια πρεσβεία μας δεν του έδωσαν καρέκλα 
να καθήσει και τον άφησαν να περιμένει, όταν
 επήγε μαζί με τη σύζυγό του Ελένη να ζητήσουν 
θεώρηση διαβατηρίου. Και επιπλέον υβρίστηκε. 
Το ίδιο εκείνο βράδυ, στην ίδια πόλη, η κινεζική 
πρεσβεία του παρέθετε επίσημο δείπνο! 
Ηταν στα τελευταία του τότε ο Νίκος Καζαντζάκης.
 Και είχε τη διαίσθηση του συντόμως επερχόμενου 
θανάτου του. Στις 6 Ιουνίου 1957 έγραψε 
στο ημερολόγιό του: «Αποχαιρετώ τα πάντα,
 τα πάντα με αποχαιρετούν― το παραμύθι παίρνει τέλος».
 Και πέθανε σε λιγότερο από πέντε μήνες. 
Και η πατρίδα του στο διάστημα τούτο και νωρίτερα 
να τον προπηλακίζει μέσα σε εθνικό της έδαφος ­ 
οι πρεσβείες θεωρούνται εθνικό έδαφος της κάθε 
αντίστοιχης χώρας ­ και να τον σταυρώνει μέσα 
στο ξένο έδαφος, στην είσοδο της Σουηδικής 
Ακαδημίας καθώς ανέμενε το σίγουρο Βραβείο Νομπέλ.
 Δεν είναι αυτά μια τραγωδία; Τραγωδία 
του Καζαντζάκη, τραγωδία της Ελλάδας;
Ποιος τα ξέρει αυτά; Ποιος πολιτειακός παράγοντας
πήγε ποτέ στον τάφο του για να απολογηθεί 
γι' αυτές τις κρατικές βαναυσότητες;
 Και να καταθέσει όχι λουλούδια, παρά ένα πανέρι
 με φρούτα. Το είπε κάποτε ο ίδιος: 
Οταν μου φέρετε φρούτα στον τάφο μου,
 θα αναστηθώ. Τον ανασταίνουμε σήμερα
 ή συνεχώς τον ξανασταυρώνουμε; 
Πιστεύω ότι συμβαίνουν και τα δύο. 
Τηλεφώνημα από τη Στοκχόλμη.
Δεν ήταν μόνο το 1957 που αναμενόταν
 η βράβευση του Καζαντζάκη, αλλά και κατά 
τον προηγούμενο χρόνο. Το 1956 φαινόταν πλέον
 ότι είχε έλθει η σειρά του. Δέχθηκε και τηλεφώνημα 
από τη Στοκχόλμη ότι ήταν δικό του το Βραβείο. 
Το απένειμαν όμως στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. 
Και πληροφορείται μετά ότι «ήταν ο ευνοούμενος 
υποψήφιος ως την τελευταία στιγμή». 
Αυτά του διεβίβασε ο φίλος του Max Tau, κριτικός,
 στα μέσα και στα έξω, Γερμανοεβραίος
 που επολιτογραφήθη Νορβηγός. 
Με μεγαλόκαρδη ανωτερότητα συγχαίρει θερμά 
τον Χιμένεθ ο Καζαντζάκης, γνωστό και φίλο 
από χρόνια πολλά.
Με όσα εγκύρως άκουσα και ξέρω τα τελευταία
 30 χρόνια, ένας λόγος της επιμονής του Καζαντζάκη 
να πάρει το Βραβείο Νομπέλ ήταν και ο οικονομικός.
 Πρώτα, για να διασφαλίσει την Ελένη για το μέλλον.
 Και μετά για τον ίδιο, τα χρήματα από το Νομπέλ 
θα του απόδιωχναν τις έγνοιες και τις σκοτούρες 
και θα του επέτρεπαν απρόσκοπτη αφοσίωση 
στη συγγραφή, που ήταν πάντοτε ο πόθος του. 
Και ήθελε ακόμη, και αυτό ήταν το κορυφαίο σημείο 
στη συνείδησή του εν προκειμένω, να δώσει μεγάλη 
χαρά και τιμή στην Ελλάδα 
και στην Κρήτη του. 
Αποστρεφόταν τη Μελάδα και τους Ελληνάδες,
 όχι την Ελλάδα, «την Ελλάδα την αιώνια 
που κουβαλούσε μέσα του». «Μελάδα» είπε 
την Ελλάδα ο Αλέξης Μινωτής λόγω Μελά.
Η είδηση για τον απονομή του Νομπέλ 
Λογοτεχνίας το 1957 στον Αλμπέρ Καμύ 
βρήκε τον Καζαντζάκη νοσηλευόμενο
 στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ
 της Γερμανίας. Είπε τότε στην Ελένη του:
 «Λένοτσκα, ελάτε να με βοηθήσετε να στείλουμε 
ένα καλό τηλεγράφημα. Ο Χιμένεθ, ο Καμύ, 
να δύο άνθρωποι που άξιζαν το Νόμπελ! 
Εμπρός, ελάτε να στείλουμε κάτι θερμό!».
Ο Καμύ απάντησε αργότερα στη χήρα πλέον
 Ελένη Ν. Καζαντζάκη: «...Ετρεφα πάντα μεγάλο
 θαυμασμό και, αν το επιτρέπετε, ένα είδος στοργής
 για το έργο του συζύγου σας. Είχα τη χαρά να μπορέσω 
να εκδηλώσω και δημοσία στην Αθήνα αυτό το θαυμασμό, 
σε μια εποχή που η επίσημη Ελλάδα έκανε "μούτρα" 
στον πιο μεγάλο της συγγραφέα. Ο τρόπος, που δέχτηκε
 το φοιτητικό μου ακροατήριο αυτή τη μαρτυρία
 του θαυμασμού μου, αποτελούσε την πιο ωραία
 αναγνώριση που μπορούσε να λάβει 
το έργο και η δράση του συζύγου σας.
Και ακόμα δεν ξεχνώ ποτέ πως τη μέρα 
που λυπόμουν να δεχθώ μια διάκριση,
 που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο,
 επήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο από όλα 
τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο
 πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες μέρες 
πριν πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας
 από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. 
Είμαι από εκείνους που αισθάνονται
και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται 
το μεγάλο κενό που άφησε».
Με το γράμμα αυτό ο τίμιος και γενναίος Καμύ 
σαν να κατέθετε το Νομπέλ του 
στη μνήμη του Καζαντζάκη.
Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η φήμη
 του Καζαντζάκη άρχισε πλέον να απλώνεται 
σε όλες τις ηπείρους. Η διεθνής αναγνώριση 
τού διάνοιγε τον δρόμο προς το Βραβείο, 
το οποίον ακοιμήτως ναρκοθετούσε η Ελλάς. 
Να τον αφήσει να πάρει το Νομπέλ; Αδύνατον. 
Ακόμη και μυστικούς αστυνομικούς έστελναν τότε 
στην Αντίμπ, οι οποίοι υπεδύοντο
 τους δημοσιογράφους για να τον κατασκοπεύσουν!
Η ματαίωση της απονομής του Νομπέλ 
στον Καζαντζάκη υπήρξε σαφώς ελληνικός άθλος.
 Ευτελές εργαλείο αυτής της ασχημοσύνης 
ήταν ο Σπύρος Μελάς, συνεργαζόμενος
με τον έλληνα πρέσβη στη Στοκχόλμη
 Πίνδαρο Ανδρουλή, ο οποίος δρούσε 
βάσει οδηγιών από το κέντρο, την Αθήνα. 
Δεν ήταν δυνατό να συμβεί διαφορετικά. 
Τι είχε με τον Καζαντζάκη ο Μελάς; 
Φθόνο, μίσος, αντιζηλία; Ισως όλα, και μαζί έχθρα
 και φοβερή ζήλια. Ηταν και Κρητικός ο Καζαντζάκης.
 Τον καιρό της γερμανικής Κατοχής ο Μελάς 
αρθρογραφούσε στην ελεγχόμενη 
τότε από το κατοχικό καθεστώς εφημερίδα 
«Η Καθημερινή». Κατά την εισβολή των Γερμανών 
στην Κρήτη, προέτρεψε τους Κρητικούς 
να μην αντισταθούν, 
αλλά να καλωσορίσουν τους Γερμανούς.
Περισσότερα: 

1 σχόλιο :

kARTson είπε...

Δυστυχώς, το καλοκαίρι που μας πέρασε και σε επίσκεψή μου στον τάφο του η άθλια ξεναγός (και ήταν από την Κρήτη τρομάρα της) στην χαζοχαρούμενη ερώτηση κάποιας "κότας" από το γκρούπ: Πως και γιατί αφού παντρεύτηκε δυο φορές δεν έκανε παιδιά, ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕ δίχως ντροπή πως υπάρχουν φήμες που αμφισβητούν τον ανδρισμό του. ΝΑΙ τόσο άθλια απάντηση από ξεναγό και φυσικά στην προσπάθειά μου να της πω ότι μάλλον δεν ξέρει τι λέει και θα πρέπει να ντρέπεται (το λιγότερο) που προσβάλει έναν νεκρό και μάλιστα πάνω από το μνήμα του, ξέχωρα το πόσο μεγάλος ήταν ο συγκεκριμένος νεκρός συνάντησα την έντονη αντίδραση και από την συνοδό του γραφείου που ΤΟΛΜΗΣΑ να διορθώσω την ξεναγό τους. Ναι τόσο καλά.
Για τους υπόλοιπους τουρίστες μάλλον εγώ ήμουν ο παράξενος και ο γκρινιάρης κι αυτό γιατί κανένας δεν αντέδρασε. Αυτά και φυσικά δεν πρόκειται να ξαναταξιδέψω με αυτό το γραφείο.