Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Είναι τόσο «μονόχνωτη» η γερμανική οικονομική λογική, ώστε...

«Πνεύμα και ηθική» ίσον καταστροφή.
Είναι τόσο «μονόχνωτη» η γερμανική οικονομική λογική, ώστε έχει φτάσει πλέον 
να εξοργίζει ακόμη και τους πιο σκληροπυρηνικούς εκφραστές
 του νεοφιλελεύθερου πνεύματος! 

Όπως, για παράδειγμα, το «συστημικό» περιοδικό «Economist», το οποίο
 στο τελευταίο του τεύχος κατακεραυνώνει την τακτική Μέρκελ - Σόιμπλε 
αποδομώντας την από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

Η γερμανική «χριστιανοδημοκρατική» οικονομική λογική θεωρεί, ως γνωστόν,
 τα ελλείμματα και τα κρατικά χρέη σκανδαλώδη, αντιτίθεται με πείσμα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ εκτιμώντας ότι πρόκειται για ανεπίτρεπτη νομισματική παρέμβαση και πιστεύει ότι η λιτότητα είναι η μοναδική απάντηση στην ευρωκρίση.

Το χάσμα που χωρίζει τη γερμανική από την αγγλοσαξονική θεώρηση 
των οικονομικών δεν ήταν ποτέ ευκρινέστερο. Σε σημείο ώστε έντυπα παγκόσμιας παρεμβατικότητας, όπως το βρετανικό περιοδικό «Economist», να αντιμετωπίζουν
 περίπου ως... λόξα τη γερμανική αρτηριοσκληρωτική «συνταγή» εξόδου από την κρίση. 

Οι γερμανικές θεωρίες περί οικονομίας ανέκαθεν διέφεραν από τις επικρατούσες 
σε άλλες χώρες, όπως και στα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης. 
Μέσα στα τελευταία έξι χρόνια της ευρωκρίσης, όμως, οι διαφορές έγιναν 
πιο έντονες και πιο αμφιλεγόμενες. Τόσο ώστε κάποιοι δεν διστάζουν να μιλούν 
ακόμα και για «αποσύνδεση» της Γερμανίας από τον υπόλοιπο κόσμο.

Μια πρώτη επισήμανση έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι
 εκτός Γερμανίας σαστίζουν με τη στάση Μέρκελ - Σόιμπλε από το 2008 μέχρι σήμερα. 
Οι λόγοι είναι τρεις:

◆ Επειδή αδυνατούν να ερμηνεύσουν γιατί η Γερμανία είναι τόσο δύσπιστη 
με τις προσπάθειες της ΕΚΤ για ώθηση στις οικονομίες των χωρών. 

◆ Δεν κατανοούν, επιπλέον, τη γερμανική επιμονή στη δημοσιονομική λιτότητα
 και πειθαρχία. Σε χώρες, μάλιστα, όπως η Ελλάδα, 
όπου η ζήτηση κυριολεκτικά καταρρέει. 

◆ Τέλος, δεν αντιλαμβάνονται γιατί οι Γερμανοί είναι τόσο παθιασμένοι
 με τους κανόνες και την τυφλή τήρησή τους, συχνά σε αντίθεση 
με το πρακτικό αποτέλεσμα που έχουν.

Φιλελευθερισμός των κανόνων

Η απάντηση για την επικράτηση της σχεδόν δογματικής γερμανικής στάσης
 βρίσκεται στην ιστορία της οικονομικής διανόησης στη χώρα και ειδικά 
στην αμιγώς γερμανική σύλληψη του «ordoliberalism» ή, σε ελεύθερη 
μετάφραση, «του φιλελευθερισμού της τάξης, των κανόνων».

Πρόκειται, σύμφωνα με το «Economist», για ένα παρακλάδι του κλασικού
 φιλελευθερισμού, που ξεπήδησε στη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου
 από τον Βάλτερ Όικεν, καθηγητή Οικονομικών στο Φράιμπουργκ. 
Ο Όικεν δεν ήταν κάποιο τυχαίο πρόσωπο. Στον πατέρα του είχε απονεμηθεί 
το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1904, ενώ ο ίδιος ο οικονομολόγος είχε αναπτύξει
 έντονες σχέσεις με την αντίσταση κατά των ναζί.

Ο Όικεν δημιούργησε τον «ordoliberalism» σαν το δικό του όραμα για ένα
καλύτερο οικονομικό σύστημα. Τόσο αυτός όσο και ο κύκλος των ομοϊδεατών 
του απέρριπταν τα οικονομικά μοντέλα της ναζιστικής Γερμανίας 
και της Σοβιετικής Ένωσης. Αλλά δεν ήταν ικανοποιημένοι 
ούτε με τον παντελώς ανεξέλεγκτο φιλελευθερισμό ούτε με την κεϋνσιανή θεώρηση.

Το αποτέλεσμα ήταν η γέννηση της «σχολής του φιλελευθερισμού της τάξης», 
του ordoliberalism. Ως αρχή πίστευε ότι ο καπιταλισμός χρειάζεται απαραιτήτως
 το ισχυρό κι αυστηρό κράτος για να δημιουργεί το πλαίσιο κανόνων
 που θα εξασφαλίζουν την τάξη και θα οριοθετούν το σύστημα μέσα στο οποίο
 οι ελεύθερες αγορές θα λειτουργούν πιο αποτελεσματικά και ομαλά. 
Και οπωσδήποτε όχι ασύδοτα. 

Από τους δημιουργούς του «φιλελευθερισμού των κανόνων» προήλθε μια μεγάλη 
ιδέα, αυτή για κρατική παρέμβαση όταν τα καρτέλ φτάνουν να κυριαρχούν
 στην αγορά, δηλαδή η αντιμονοπωλιακή πολιτική.

Μια δεύτερη τάση που κληροδότησαν ήταν η εφαρμογή αυστηρής
 νομισματικής πολιτικής, η οποία επικεντρώνεται στη σταθερότητα των τιμών. 
Και η τρίτη είχε να κάνει με την επιβολή της γερμανοπρεπούς «Haftung», 
μιας λέξης που σημαίνει όχι μόνο ευθύνη, αλλά και υποχρέωση. 
Ακόμη και σήμερα οι πτωχευτικοί νόμοι της Γερμανίας 
είναι αυστηρότεροι από αυτούς των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Εξαγωγή εκτός συνόρων

Μέσω του πρώτου υπουργού Οικονομικών και δεύτερου καγκελάριου
 της Δυτικής Γερμανίας, του Λούντβιχ Έρχαρντ (1897-1977), 
ο «φιλελευθερισμός της τάξης» επηρέασε σημαντικά και τη μεταπολεμική 
οικονομική πολιτική της χώρας. Οι Γερμανοί, όμως, δεν έμειναν 
μόνο στα «δικά τους», δηλαδή εντός συνόρων. 
Κατάφεραν σταδιακά, με όλο και πιο σκληρή γραμμή, να περάσουν 
τη φιλοσοφία τους υπέρ των αντιτράστ κανόνων και υπέρ της αυστηρής
 νομισματικής πολιτικής τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην ΕΚΤ. 

Ειδικοί σε οικονομικά θέματα μπορούν εύκολα να ξετρυπώσουν στοιχεία
 του ordoliberalism μέσα στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης
 της Ευρωζώνης που διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1990 ως ένα σύνολο 
κανόνων με σκοπό τον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. 
Έστω κι αν ήταν μια γερμανική κυβέρνηση η πρώτη που παραβίασε αυτό το Σύμφωνο.

Η οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers 
αποκάλυψε πόσο μακριά ήταν η γερμανική αντίληψη για την αντιμετώπιση
 του «κραχ» από αυτήν του υπόλοιπου κόσμου. Στην Αμερική ο Μπους
 και ο Ομπάμα προσπάθησαν αμέσως να τονώσουν την οικονομία μέσω κινήτρων.
 Και η Γερμανία, βέβαια, επιχείρησε ένα είδος δημοσιονομικής επέκτασης, 
έστω και διστακτικής, όμως με τους περισσότερους οικονομολόγους της 
στα... κάγκελα.

Σχεδόν σε όλο τον κόσμο οι οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι ήταν απαραίτητη
 μια σειρά αλλαγών έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί η ύφεση. 
Στη Γερμανία, όμως, τα χαλινάρια ήταν πολύ πιο σφιχτά. Και δεν θα μπορούσε
 να είναι διαφορετικά στη χώρα όπου το έλλειμμα θεωρείται σχεδόν θανάσιμη
 αμαρτία και το «απαγορευτικό» χρέους έχει κατοχυρωθεί ακόμη
 και στο γερμανικό Σύνταγμα! Μάλιστα, απαιτείται πλέον διά ροπάλου 
από τα κρατίδια να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους το αργότερο
 έως το 2020, έτσι ώστε να περιοριστεί ο ομοσπονδιακός δανεισμός. 

Προφανώς, όμως, η Γερμανία δεν περιορίζεται στα του οίκου της, αφού θεωρεί 
σπίτι της όλη την Ευρωζώνη. Παρόμοιους κανόνες, λοιπόν, έχει επιβάλει
 και στις άλλες οικονομίες της νομισματικής ένωσης μέσα από το Δημοσιονομικό 
Σύμφωνο του 2012. Φυσικά, η χώρα που έχει υποφέρει περισσότερο
 απ’ αυτές τις μεθόδους και αντιλήψεις είναι η Ελλάδα! Κι αυτό είναι κάτι 
που αποδέχονται πια όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι 
και πολιτικοί σε Ευρώπη και ΗΠΑ. 

Ακόμα, όμως, και η χαρακτηριστική κουλτούρα των Γερμανών για προσήλωση
 στους κανόνες έχει κάποιες ρίζες στον «φιλελευθερισμό της τάξης». 
Μέχρι και σήμερα, άλλωστε, ο πρόεδρος της γερμανικής 
Bundesbank Γενς Βάιντμαν συνηθίζει να επικαλείται σε κάθε ευκαιρία 
τον Βάλτερ Όικεν. Έτσι οι Γερμανοί αντιτίθενται σθεναρά στα ευρωομόλογα
 και σε άλλες μορφές «διαμερισμού» κι «αμοιβαιότητας» του χρέους στην Ευρωζώνη. Οποιεσδήποτε φωνές για αλληλεγγύη τέτοιου είδους προσκρούουν στις ανησυχίες
 της Μέρκελ, του Σόιμπλε και των «σοφών» τους περί του ηθικού
 κινδύνου που αυτή εμπεριέχει. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώην Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι συνήθιζε
 να λέει πως στη Γερμανία τα οικονομικά θεωρούνται παρακλάδι 
της φιλοσοφίας της ηθικής.
Για τους μη Γερμανούς, βέβαια, αυτό που, κυρίως ηθικά, κάνει τεράστια
 εντύπωση είναι το τεράστιο πλεόνασμα του γερμανικού ισοζυγίου, αυτή 
τη στιγμή το μεγαλύτερο στον κόσμο. Για τους περισσότερους οικονομολόγους
 τα τεράστια πλεονάσματα συμβολίζουν μια ανισορροπία ανάμεσα 
στην αποταμίευση και στις επενδύσεις, αλλά και την εμφανή αντιστοιχία
 με τα ελλείμματα των άλλων κρατών της Ευρωζώνης.

Αυτή η δυσαναλογία μεταξύ της Γερμανίας και των άλλων χωρών χρειάζεται 
διορθωτικές κινήσεις, σύμφωνα τουλάχιστον με τους κανόνες της Ευρωζώνης
 περί μακροοικονομικών ανισορροπιών. Για τη Γερμανία, όμως, τα τεράστια 
πλεονάσματα δεν είναι τίποτε άλλο από σημάδια οικονομικής ευρωστίας.
 Και προφανώς η κυβέρνησή της θεωρεί πως δεν χρειάζεται να βάλει κανένα φρένο. 

Αν και εντός Γερμανίας η παράδοση του ordoliberalism παραμένει ισχυρή, 
οι επικριτές της τη χαρακτηρίζουν ξεπερασμένη, άστοχη και καθόλου πρακτική. 
Την παρομοιάζουν, μάλιστα, περισσότερο με θρησκευτικό δόγμα, 
παρά με οικονομική σχολή. 

Κίνδυνος «ενάρετης» μιζέριας

Ίσως το πιο τρανταχτό παράδειγμα διαφοράς αντιλήψεων μεταξύ Γερμανίας
 και υπόλοιπης Δύσης έχει να κάνει με τον κατώτατο μισθό. 
Η κυβέρνηση Μέρκελ, όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες της οικονομολόγοι, 
θεωρούν ότι η θέσπιση ενός κατώτατου μισθού, και πολύ περισσότερο 
η αύξησή του, θα είχε αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας. 

Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο να συμβεί.
 Κι αυτό επειδή τα στοιχεία από ΗΠΑ και Βρετανία είναι προς εντελώς 
διαφορετική κατεύθυνση και φανερώνουν πως δεν μειώθηκαν οι θέσεις 
εργασίας λόγω της θέσπισης ή και αύξησης του κατώτατου μισθού.

Ποιο είναι, όμως, το μεγαλύτερο «ελάττωμα» που καταλογίζεται σε αυτή 
την οικονομική θεώρηση, που συνεχίζει να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό
 τις οικονομικές πολιτικές της Γερμανίας, αλλά και της Ευρωζώνης; 
Ότι στην ουσία πρόκειται για ένα μικροοικονομικό μοντέλο που αποκηρύσσει
 τη μακροοικονομική πολιτική. Δηλαδή, μεταχειρίζεται τις χώρες ή ακόμη 
και ολόκληρη την Ευρωζώνη τόσο κοντόφθαλμα σαν να επρόκειτο για ένα... νοικοκυριό! 

Για ένα χρεωμένο νοικοκυριό ή για ένα άτομο μπορεί πράγματι να έχει λογική 
η μείωση των δαπανών, αφού δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια 
ευελιξίας σε τόσο μικρή κλίμακα. 

Αυτό, όμως, δεν βρίσκει εφαρμογή στα πάντα. Αν, δηλαδή, σε ένα κράτος 
μείωναν ταυτόχρονα τις δαπάνες τους όλοι μαζί οι πολίτες και τα νοικοκυριά,
 τότε το αποτέλεσμα θα ήταν μια τεράστια πτώση στη ζήτηση, η οποία 
θα αναιρούσε όλα τα πλεονεκτήματα των μεταρρυθμίσεων μικροοικονομικού τύπου. 
Είναι η ίδια κοντόφθαλμη οικονομική συνταγή που εφαρμόζεται 
τα πέντε τελευταία «μαρτυρικά» χρόνια στην Ελλάδα! 
Είναι φανερό πως το «Economist» εξαπολύει μια τόσο σκληρή επίθεση 
στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο όχι μόνο επειδή οι γερμανικές εμμονές 
έχουν σπάσει τα νεύρα ακόμη και των πιο νεοφιλελεύθερων, αλλά προφανώς 
επειδή η Ευρώπη ήρθε η ώρα να πάρει τη στροφή προς την ανάπτυξη, 
δίχως πλέον άλλα εμπόδια και πάσης φύσεως τρικλοποδιές λιτότητας. 



Τα χρονικά περιθώρια, άλλωστε, είναι πιεστικά, ειδικά μετά το πρόσφατο
 αποτέλεσμα στις βρετανικές εκλογές, αφού ο Κάμερον έχει υποσχεθεί 
δημοψήφισμα περί εξόδου από την Ε.Ε. το 2017. Κάτι που, αν συμβεί,
 θα προκαλέσει ντόμινο εξελίξεων. 
Εν κατακλείδι η απάντηση στη στενόμυαλη και παλιομοδίτικη γερμανική
 οικονομική λογική, ειδικά για τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, 
είναι ότι μία στο τόσο ίσως είναι προτιμότερη η παράβαση των κανόνων 
από το να βυθίζονται όλοι μαζί σε μια ενάρετη, νομότυπη μιζέρια.
 Παρ’ όλα αυτά, το Βερολίνο και η Φρανκφούρτη δεν βλέπουν 
τα πράγματα έτσι και νομίζουν ότι ψιχαλίζει, όταν τους περιλαβαίνουν 
πλέον με αδυσώπητες κριτικές από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. 
Στην Ελλάδα τα «κολλήματα» Μέρκελ και Σόιμπλε
 μπορεί να τα νιώθουμε στο πετσί μας περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, 
αλλά τελικά είναι πολλοί αυτοί που τους έχουν πάρει χαμπάρι... 
Ας ελπίσουμε να το καταλάβουν και οι ίδιοι πριν να είναι αργά. Για όλους... 
topontiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :