Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Η δεξιά και η καταστροφή των Ελλήνων της Ανατολής. (Άρθρο του Βλάση Αγτζίδη)


Αναφερόμενοι στην ήττα των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, δεν είναι δυνατόν 
να μην ομολογηθεί ότι η κύρια ευθύνη βαραίνει το Λαϊκό Κόμμα και το Παλάτι, 
τους τελικούς διαχειριστές της κρίσης από το Νοέμβριο του '20, δηλαδή 
το σύνολο της φιλομοναρχικής παράταξης, που εφεξής
 θα αποκαλούμε "Παλαιοδεξιά".
 Η ήττα, η οποία υπήρξε το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά ανορθολογικής
 συμπεριφοράς (επαναφορά του γερμανόφιλου βασιλιά, διορισμός ανίκανων
 στρατιωτικών ηγετών, κακή οργάνωση των πολεμικών επιχειρήσεων,
 απαγόρευση αυτοοργάνωσης των Μικρασιατών, απόρριψη του αιτήματος 
αυτονομίας της Ιωνίας, απαγόρευση λειτουργίας της Μικρασιατικής Άμυνας, 
έλλειψη γραμμής άμυνας στη Σμύρνη, απόλυτη πολιτική και στρατιωτική
 εγκατάλειψη του ποντιακού ελληνισμού στο μικρασιατικό βορρά κ.ά.),
 η οποία οφειλόταν στο γεγονός ότι η παράταξη αυτή εξέφραζε 
την εποχή εκείνη μόνο τα νέα γραφειοκρατικά στρώματα της Παλαιάς Ελλάδας.
 Τα συνθήματα "Μικρά πλην έντιμος Ελλάς" και "Οίκαδε", αντανακλούν
 με τον πλέον έντονο τρόπο την πραγματικότητα αυτή. Ιδεολογικά, 
η παλαιοδεξιά αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του κρατικισμού του νεαρού 
ελληνικού βασιλείου και του ιδιότυπου εθνικισμού του βαλκανικού ελληνισμού,
 που περιόριζε τις επιδιώξεις του στη βαλκανική ενδοχώρα, τόνιζε περισσότερο
 την ελληνοσλαβική αντίθεση και χαρακτηριζόταν 
από μια φιλοτουρκική προδιάθεση. 
Χαρακτηριστική μορφή υπήρξε 
ο Ίων Δραγούμης -ο πλέον φωτισμένος 
εκπρόσωπος των δυνάμεων αυτών- ο οποίος 
καλλιέργησε συστηματικά τις αυταπάτες
 περί ελληνοτουρκικής συνεννόησης.
 Ακόμα και τη στιγμή που ο ελληνισμός έδινε την ύστατη μάχη
 στο μικρασιατικό μέτωπο, 
ο ίδιος ο Δραγούμης -αυτεξόριστος στο Παρίσι - θεωρούσε ως μέγιστο 
πραγματικό εχθρό, τον Βενιζέλο, καθώς και τους Μικρασιάτες
 μαζί με τους Κρητικούς. 
Σε καμιά μορφή της παλαιοδεξιάς δε συναντούμε διαφορετική  προσέγγιση. 
Οι μύχιες σκέψεις του μέλλοντα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, 
όπως προβάλλουν από το ημέρολογιό του, έρχονται να επιβεβαιώσουν 
αυτή την καταλυτική διαπίστωση. 
Επειδή κανείς από το χώρο αυτό δεν είχε πιστέψει στο μικρασιατικό εγχείρημα,
 γιαυτό συναντούμε αυτή την εξαιρετικά
 ανορθολογική -σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο- διαχείριση, 
που νομοτελειακά οδήγησε στην ήττα.

Μόνο μέσα σ' αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο μπορεί να κατανοηθεί η άσχημη 
αντιμετώπιση του μικρασιατικού πληθυσμού, τόσο πριν την Ήττα, όσο και μετά. 
Η αρνητική αντιμετώπιση εκφράστηκε με συγκεκριμένους τρόπους 
που συνέβαλαν στον εγκλωβισμό του ελληνικού πληθυσμού μετά την Ήττα 
και τη σφαγή μεγάλου μέρους του από τα κεμαλικά στρατεύματα. 
Για παράδειγμα: στις 28 Ιουνίου 1922 και ενώ είχε αρχίσει να συζητείται σοβαρά
 η απαγγίστρωση από τη Μικρά Ασία στα ανώτερα κυβερνητικά 
και στρατιωτικά κλιμάκια, η κυβέρνηση θεσπίζει το νόμο 2670/22
 με τον οποίο απαγορεύτηκε η έξοδος 
του ελληνικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία. 
Ο νόμος προέβλεπε αυστηρότατες ποινές, πειθαρχικές και χρηματικές, 
στην περίπτωση σύλληψης πλοίων που μετέφεραν πληθυσμό. 
Ακόμα και μετά την κατάρρευση του μετώπου που άρχισε στις 30 Αυγούστου,
 οι αρχές προσπαθούσαν να αποκρύψουν την είδηση από τον ελληνικό πληθυσμό
 και να αποτρέψουν την φυγή του. 
Υπάρχουν καταγγελίες κατά των ελληνικών αρχών της Σμύρνης, 
για βίαιη εμπόδιση αναχώρησης Ελλήνων της Ιωνίας, λίγες μόνον ημέρες
 πριν την είσοδο του τουρκικού στρατού στην πόλη.
Φοβερό είναι το περιστατικό που αναφέρει ο ιστορικός Γρηγόρης Δαφνής
 στο έργο του "Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων":
 Ενώ είχε σπάσει το μέτωπο και ο τουρκικός στρατός προέλαυνε ανεμπόδιστος 
προς τη Σμύρνη, ο νεαρός τότε πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου, 
που βρισκόταν στο γραφείο του αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη,
 ρωτά τον επίσημο εκπρόσωπο της Ελλάδας 
"Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει;"  για να λάβει 
την παρακάτω απάντηση από τον Στεργιάδη, τον επίσημο εκπρόσωπο 
της Ελλάδας στην Ιωνία:
 "Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, 
γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα".

Αυτή η προσέγγιση καθόρισε και τις συμπεριφορές τις επόμενες δεκαετίες. 
Την προσπάθεια εξάλειψης της ιστορικής μνήμης του μικρασιατικού
 ελληνισμού και την απόκρυψη της τεράστιας σημασίας της  Ήττας,
 καθώς και του μεγάλου αριθμού των θυμάτων θα την βλέπουμε διαρκώς 
για δεκαετίες μετά. Είναι αποκαλυπτικά τα όσα είπε το 1957 
από το επίσημο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ 
ο Ευάγγελος Αβέρωφ, τότε υπουργός Εξωτερικών
 της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή: "..Ο πόλεμος αυτός (σ.τ.σ. ο μικρασιατικός)
 έγινε διότι προσεκλήθημεν όπως συμμετάσχομεν εις αυτόν υπό της Αγγλίας, 
της Γαλλίας και της Ιταλίας, αι οποίαι δυνάμει της Συνθήκης των Σεβρών,
 εισέβαλον εις την Μικράν Ασίαν και εκάλεσαν την Ελλάδα εις την ακτήν,
 την οποία όντως κατέλαβαν…Πρέπει να αναγνωρίσομεν ότι η Τουρκία
 απήντησε με μίαν υπερηφάνειαν και μία γενναιότητα, η οποία της έδωσε
 την εθνική της ανεξαρτησίαν. 
Αλλά πρέπει να υπάρξει προσοχή προτού αναφερθεί ο πόλεμος αυτός
 ως πόλεμος ελληνικής κατακτήσεως. 
Ήτο πόλεμος συμμαχικής κατακτήσεως, εις την οποίαν η Ελλάς εκλήθη 
να λάβει μέρος, αλλά βεβαίως δεν ήτο ελληνικός πόλεμος…"

Την ίδια περίοδο, ο ίδιος πολιτικός από την ίδια θέση, 
όπως και ο Παναγιώτης Πιπινέλης, ζήτησε επισήμως από τον Αυστριακό
 υπουργό Εξωτερικών να εμποδίσει τον Έλληνα ιστορικό Πολυχρόνη Ενεπεκίδη 
να έχει πρόσβαση στα κρατικά αρχεία της Βιέννης. 
Οι δύο Έλληνες πολιτικοί επιζητούσαν να μην έρθουν στο φως 
τα αποκαλυπτικά έγγραφα των Γερμανών και Αυστριακών διπλωματών
 της περιόδου 1909-1918, μέσα από τα οποία πρόβαλε ανάγλυφα όλο το σχέδιο 
του νεοτουρκικού κομιτάτου για εξόντωση των χριστιανικών ομάδων 
της καθ' ημάς Ανατολής. 
Επί πλέον, μέσα από τις μαρτυρίες των συμμάχων της εθνικιστικής Τουρκίας,
 αποδεικνυόταν το γεγονός ότι διαπράχτηκε γενοκτονία κατά των ελληνικών 
πληθυσμών της Μικράς Ασίας.
 Το επιχείρημα των Αβέρωφ και Πιπινέλη ήταν ότι η δημοσίευση 
του αρχειακού υλικού θα έβλαπτε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η παραδοσιακή φιλοτουρκική στάση της παλαιοδεξιάς διαμόρφωσε
 μια συνείδηση ανοχής και αιτιολόγησης των εγκλημάτων που διέπραξε 
ο τουρκικός εθνικισμός κατά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
 Η ανυπαρξία οποιασδήποτε αναφοράς στις σφαγές των Ελλήνων,
 ακόμα και από τα θεωρούμενα ως εθνικιστικά καθεστώτα
 των δύο δικτατοριών είναι αποκαλυπτική. 
Οι Απριλιανοί είχαν απαγορεύσει ακόμα και τη χρήση της λέξης "Τούρκος"
 κατά τους εορτασμούς της επετείου της 25ης Μαρτίου, 
αντικαθιστώντας την με τη λέξη "εχθρός".

Έτσι, όταν από τα μέσα της δεκαετίας του '80, 
οι Πόντιοι -ως πρώτη ομάδα των Ελλήνων της καθ' ήμάς Ανατολής
 που διεκδίκησε την αναγνώριση της γενοκτονίας- διατύπωσαν
 το σχετικό αίτημα, συνάντησαν αρχικά την αμηχανία, κατόπιν την άρνηση
 από συγκεκριμένα άτομα και κύκλους που διατύπωσαν γραπτώς 
τις αντιρρήσεις τους. 
Τέλος στη διελκυνστίνδα έδωσε τελικά ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών 
κ. Βύρων Πολύδωρας με επίσημη ανακοίνωσή του το Μάιο του 1992, 
που αποτέλεσε τον προάγγελο της ομόφωνης αναγνώρισης
 της Γενοκτονίας από τη Βουλή των Ελλήνων δύο χρόνια αργότερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :