Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Πως ο λήσταρχος Νταβέλης από γαλατάς "βγήκε στο κλαρί" και έγινε θρύλος. (Βίντεο)

Στη φωτογραφία, σύμφωνα με τους απογόνους του λήσταρχου,τρίτος από αριστερά
 απεικονίζεται ο λήσταρχος Κακαράπης. Πρώτος από αριστερά ο λήσταρχος Νταβέλης.
O λήσταρχος Νταβέλης υπήρξε ένα ιστορικό πρόσωπο
 που πέρασε στη σφαίρα του μύθου 
μέσα από τα τραγούδια, τη λογοτεχνία, την ζωγραφική
 και τον κινηματογράφο. 
Στα νεανικά του χρόνια ήταν γαλατάς στη μονή Πετράκη.
Σύμφωνα με μια εκδοχή "βγήκε στο κλαρί", όταν βρέθηκε στο επίκεντρο 
ενός απαγορευμένου έρωτα μεταξύ ενός μοναχού και μιας χήρας που’χε γίνει καλόγρια. 
Ο Νταβέλης προσεφέρθη να διευκολύνει την αλληλογραφία μεταξύ των δύο
 αλλά έκανε σχέσεις με τη χήρα. 
Ο καλόγερος τον συκοφάντησε για να τον εκδικηθεί και του έστησε μία παγίδα 
για να τον ξεφορτωθεί.
Σύμφωνα με έναν άλλο θρύλο, ο Νταβέλης βγήκε στην παρανομία για την τιμή
 και τον έρωτα. 
Αγάπησε μία όμορφη κοπέλα από το χωριό του. 
Ο πατέρας της όμως δεν το ήθελε. 
Την είχε τάξει σε έναν τσέλιγκα. 
Αυτός ο τσέλιγκας, κατέδωσε σε ένα απόσπασμα της χωροφυλακής 
τον Νταβέλη ως ληστή. Ακολούθησε συμπλοκή. 
Στη συμπλοκή σκοτώθηκε ένας χωροφύλακας και τότε ο Νταβέλης τότε βγήκε στο βουνό.
Δικό μας σχόλιο:
Ο Χρήστος Νταβέλης είναι κάποιος
 που το ιστορικό του πρόσωπο μπερδεύεται 
μέσα σε μύθους οπότε θα ακούσετε πολλές εκδοχές 
και αυτή είναι άλλωστε 
η όλη γοητεία του θέματος σήμερα πλέον.
Θα ακούσετε στο βίντεο της μηχανής του χρόνου
 τι σήμαινε το παρατσούκλι Νταβέλης 
αλλά είναι λανθασμένη αυτή η εκδοχή.
 Επίσης γοητευτική είναι και η εντελώς ποιητική εκδοχή
 της δήθεν σχέσης του με την Δούκισσα της Πλακεντίας.

Κατά παλαιότερη εκδοχή, γεννήθηκε στο Στείρι Βοιωτίας περί το 1832
 από ποιμενική οικογένεια αρβανιτόβλαχων.
 Νεότερη άποψη θεωρεί πιθανότερη την καταγωγή του από την Αράχωβα, 
αν και μερικοί συγγραφείς υποδεικνύουν τα Στύρα Εύβοιας.
Για κάποιο διάστημα ήταν βοσκός σε κοπάδια της Μονής Νταού Πεντέλης, 
των οποίων το γάλα πουλούσε στην Αθήνα
 (άλλη παράδοση υποδεικνύει τη Μονή Πετράκη στο Κολωνάκι). 
Όταν κάποτε ο ηγούμενος της μονής του έδωσε ερωτικό γράμμα για να το παραδώσει
 σε μοναχή της πόλης, ο Νάτσιος από περιέργεια το πήγε σε κάποιον να του το διαβάσει. Μαθαίνοντας το περιεχόμενό του, αποφάσισε να γνωρίσει ο ίδιος τη μοναχή 
και από τότε έγινε τακτικός επισκέπτης της. 
Όταν το έμαθε ο ηγούμενος εξοργίστηκε και συκοφάντησε τον Νάτσιο
 στις αρχές για κλοπή.
 Λόγω της άδικης κατηγορίας ο Νάτσιος τιμωρήθηκε 
με ραβδισμό στις φτέρνες (φάλαγγα) και στη συνέχεια διέφυγε στα Στύρα. 
Εκεί ερωτεύτηκε την κόρη ενός παπά, ο οποίος όμως την είχε τάξει
 σε ένα πλούσιο τσέλιγκα. 
Όταν έφτασε στο χωριό ένα απόσπασμα αναζητώντας κάποιον φυγόστρατο
 που λεγόταν Νάστος, ο τσέλιγκας για να τον εκδικηθεί για την κόρη του παπά, 
υπέδειξε τον Νταβέλη. Εκείνος τους απεκάλυψε το πραγματικό του όνομα 
χωρίς όμως να γίνει πιστευτός. 
Όταν αυτοί θέλησαν να τον συλλάβουν αντιστάθηκε και ακολούθησε συμπλοκή
 όπου σκότωσε έναν χωροφύλακα και κατάφερε να ξεφύγει.

Μετά από αυτό το περιστατικό, βρήκε καταφύγιο στα βουνά, στη συμμορία
 του ξαδέλφου της μητέρας του, του φημισμένου ληστή Κακαράπη 
(πραγματικό όνομα Μπελούλιας). 
Σύντομα όμως, ως άνθρωπος με ενεργητικότητα και πνεύμα πρωτοβουλίας, 
δημιούργησε τη δική του συμμορία με την οποία λήστευε ταξιδιώτες,
 χωρικούς και βοσκούς.
 Στη συμμορία του Νταβέλη, η οποία καταδυνάστευσε την Αττική, τη Βοιωτία, 
την Εύβοια και τη Φθιώτιδα, ανήκαν και λήσταρχοι όπως ο Βασίλης Καλαμπαλίκης,
 ο Λουκάς Μπελούλιας ή Κακαράπης από το Κυριάκι, ο Φουντούκης από την Δεσφίνα, 
ο Λουκάς Λιοντάκης ή Συνοδιάς από το Δαδί, ο Ζαφείρης Κουκουβίνος 
από την Εύβοια και ο μοναχός Διονύσιος Κυριακιώτης.

Όταν η Ιταλίδα κόμισσα Λουίζα Μπανκόλι, η οποία είχε ζητήσει την προστασία 
της συμμορίας προκειμένου να επισκεφθεί με ασφάλεια τους Δελφούς, 
ερωτεύτηκε τον Νταβέλη, ενώ ταυτόχρονα την είχε ερωτευτεί
 ο υπαρχηγός του Γιάννης Μέγας, ο δεύτερος έγινε ορκισμένος εχθρός του Νταβέλη
 και αργότερα κατατάχθηκε στη Χωροφυλακή όπου έγινε αξιωματικός.
 Το 1853, ο Νταβέλης δρούσε στη Θεσσαλία.

Η ληστρική δράση του Νταβέλη δεν είχε κάτι το εξαιρετικό για την εποχή του,
 πέραν ενός συγκεκριμένου περιστατικού το οποίο διέδωσε τη φήμη του
 στην Ελλάδα, καθώς εξελήφθη από τους Έλληνες ως πράξη αντίστασης
 εναντίον της ξένης αυθαιρεσίας. Το 1855, στην εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου,
 με τον ηθελημένα ταπεινωτικό αποκλεισμό της Αθήνας από τον αγγλο-γαλλικό στόλο 
και την ξενική κατοχή του Πειραιά, ο Νταβέλης μετακινήθηκε πέτυχε,
 στην οδό Πειραιώς, τη σύλληψη Γάλλου αξιωματικού του στρατού κατοχής 
που είχε καταπλεύσει στον Πειραιά για να αποτρέψει τη συμμετοχή της Ελλάδας 
στον Κριμαϊκό Πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας.
 Για την απελευθέρωσή του αξιωματικού, ο οποίος ονομαζόταν
 Μπερτώ (ή Μπρετώ), ο Νταβέλης εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό 
των 30.000 δρχ. σε χρυσό από την ελληνική κυβέρνηση. 
Η τελευταία ταχύτατα ενέδωσε στις απαιτήσεις του Νταβέλη θέλοντας, 
αφενός να αποφύγει την ανάμιξη των ξένων Δυνάμεων στα εσωτερικά ζητήματα
 της χώρας, κι αφετέρου να προλάβει τυχόν αποκαλύψεις για την διαπλοκή 
ανάμεσα σε ληστρικές συμμορίες και πολιτικά πρόσωπα της εποχής. 
Η είσπραξη των λύτρων στην παραλία του Κορινθιακού, όπου ο Νταβέλης 
είχε καταφύγει στηριζόμενος σε δίκτυο υποστηρικτών, εξόργισε
 τους άλλους λήσταρχους, οι οποίοι προσδοκούσαν από την απελευθέρωση 
του ξένου αξιωματικού αντί χρημάτων, την παροχή γενικής αμνηστίας.
Μνημείο Μέγα στο στενό του Ζεμενού
Τον Δεκέμβριο του 1855 και τους πρώτους μήνες του 1856, η συμμορία 
του Νταβέλη δρούσε στη βορειοανατολική Αττική, πιο συγκεκριμένα στην περιοχή 
του Μαραθώνα. Τότε ενδέχεται να χρησιμοποίησε ως προσωρινό κρησφύγετο
 το Σπήλαιο Νταβέλη ή Αμώμων Σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται βορειοανατολικά 
από την πλατεία Αγίας Τριάδας Πεντέλης.
 Στα κρησφύγετά του συγκαταλέγεται επίσης το σπήλαιο – βάραθρο
 Δρακοκάρκαρο στον Παρνασσό.

Ανάμεσα στους θρύλους που αφορούν τον Νταβέλη, ένας τον θέλει
 να κατεβαίνει συχνά, μεταμφιεσμένος, στην Αθήνα όπου έπινε καφέ 
και συζητούσε ανενόχλητος στα καφενεία της πόλης. 
Τοπική παράδοση αναφέρει πως, από το καταφύγιό του στο Σπήλαιο των Αμώμων, 
έφτανε, μέσω υπόγειας σήραγγας, στη βίλλα της Δούκισσας της Πλακεντίας
 όπου περνούσε ρομαντικές στιγμές μαζί της.
 Ωστόσο, ο θρύλος αυτός δεν φαίνεται να έχει βάση, καθώς όλα δείχνουν ότι 
η επιστροφή του Νταβέλη, ως ληστή, στην Πεντέλη συνέβη
 λίγο μετά τον θάνατο της δούκισσας.

Την άνοιξη του 1856, κορυφώθηκε η δράση του γύρω από την Αθήνα. 
Τον Μάιο, αιφνιδίασε τους χωροφύλακες που έδρευαν στην κωμόπολη του Μενιδίου, αναγκάζοντάς τους να του παραδώσουν τα όπλα τους. 
Μετά από αυτή την ταπείνωση, η Χωροφυλακή τον καταδίωξε ανελέητα 
μέχρι τον Παρνασσό. Τότε η αλληλογραφία της κόμισσας Μπανκόλι,
 η οποία προσπαθούσε να φυγαδεύσει τον Νταβέλη και τη συμμορία του στην Ιταλία, 
έπεσε στα χέρια της Χωροφυλακής.
 Με γνωστές πια τις επόμενες κινήσεις του, μεγάλη δύναμη χωροφυλάκων
 κατόρθωσε να τον περικυκλώσει, κοντά στο Ζεμενό της Βοιωτίας.
 Αυτό συνέβη στις 12 Ιουλίου του 1856. Το καταδιωκτικό απόσπασμα 
είχε τη συνδρομή έμπειρων ιχνηλατών και πολλών ντόπιων χωρικών,
 που είχαν επιστρατευθεί από δημάρχους. 
Επικεφαλής ήταν ο Αραχωβίτης υπολοχαγός Γιάννης Μέγας.

Κατά τη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Νταβέλης προσφέρθηκε να μονομαχήσει
 μέχρι θανάτου με τον πρώην σύντροφό του, Γιάννη Μέγα. 
Ο Μέγας, πνέοντας ακόμη μανία εκδίκησης εναντίον του πρώην αρχηγού του, 
όρμησε για να του κόψει το κεφάλι με τη λόγχη του. 
Όμως ο Νταβέλης πρόλαβε να σκοτώσει τον Μέγα, πριν ο ίδιος τρυπηθεί 
από άλλον χωροφύλακα, πυροβολώντας τον και φωνάζοντας
 «ούτε ο Νταβέλης στα βουνά ούτε ο Μέγας στα παλάτια».
 Το καλοκαίρι του 1856 και για πολλές ημέρες, το κεφάλι του Νταβέλη
 καρφωμένο σε ένα κοντάρι στήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος σε κοινή θέα.
 Στη συμπλοκή στην σκοτώθηκαν 17 ακόμη παράνομοι, μεταξύ των οποίων 
οι Κακαράπης, Ζαφείρης και Φουντούκης.

Το τραγούδι που αναφέρεται στον φόνο του στο Ζεμενό 
είναι γνωστό παραδοσιακό τραγούδι:
Κατακαημένη Αράχωβα, Νταβέλη, Νταβέλη
Και Δίστομο και Δαύλεια, αχ μωρέ Χρήστο Νταβέλη
Τους κλέφτες τι τους κάματε και τους Κακαραπαίους
Αχ στο Ζεμενό τους έχουμε, τους πολεμάει ο Μέγας
ο Μέγας απ'τη Ράχοβα και ο Δούκας απ' τη Δαύλεια
Εις τα ταμπούρια πήδηξε (σημ. ο Μέγας) με το σπαθί στο χέρι
Και τον Φουντούκην έκοψε και τον Χρήστο Νταβέλη.
ΠΗΓΗ

Ακόμη ένα δικό μας σχόλιο:
Όπως γράψαμε και παραπάνω,
 ο Χρήστος Νταβέλης "ζει" σήμερα 
μέσα από μύθους και ιστορία.
Διαβάζουμε λοιπόν:
Ο «Ιησούς Χριστός» του Γύζη είναι ο... Νταβέλης!!!

Οι θρύλοι της περιοχής θέλουν το σπήλαιο του Νταβέλη
 να επικοινωνεί υπόγεια – μέσω σήραγγας – με το θρυλικό
 μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας 
(πρόκειται για την Αμερικανίδα,
 γαλλικής καταγωγής, αριστοκράτισσα 
Σοφί ντε Μαρμπουά Λεμπρέν),
 της γνωστής φιλελληνίδας που βοήθησε 
τον εθνοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.
 Σύμφωνα με την παράδοση, ο Νταβέλης υπήρξε
 ερωμένος της Δούκισσας, η οποία όμως είναι γνωστό 
ότι ασπάστηκε τον εβραϊσμό
 (ή, για μερικούς, ακόμα και τον... σατανισμό!),
 λόγω της προσωπικής της τραγωδίας με τον θάνατο 
της κορούλας της... Ως γνωστόν, μετά τον θάνατο
 του παιδιού της, η Δούκισσα ταρίχευσε
 το νεκρό της σώμα και δεν γνωστοποίησε το τέλος
 της παρά μόνο ύστερα από αρκετά χρόνια!...
 Προέβαιναν άραγε ο Νταβέλης και η ερωμένη του 
σε «σατανολατρείες» στον περίφημο πύργο
 της αινιγματικής αυτής γυναίκας, που βρίσκεται 
κοντά στην Πεντέλη; 
Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται όσοι διάκεινται
 απέναντί τους εχθρικά...

Πάντως, ο μεγαλύτερος έρωτας στη ζωή του Νταβέλη 
(που πολλοί χαρακτήρισαν «Έλληνα Ρομπέν των δασών», 
λόγω του ότι λήστευε τους πλούσιους και βοηθούσε
 τους φτωχούς!) ήταν με την κόρη
 της Ιταλίδας κόμισσας Ριανκούρ, την όμορφη Λουΐζα. 
Για χάρη της ήρθε σε φοβερή αντιπαράθεση 
με τον υπαρχηγό της αντάρτικης ομάδας του,
 τον Γιάννη Μέγα, ο οποίος προσχώρησε τελικά 
στο σώμα της χωροφυλακής και θέλησε να εκδικηθεί 
τον Νταβέλη, επειδή εκείνος του «έκλεψε» 
την αγαπημένη του... Τελικά, τον Ιούλιο του 1856 
οι δύο νέοι (που, από αγαπημένοι φίλοι μετατράπηκαν
 σε άσπονδους εχθρούς) συγκρούστηκαν σε μια ενέδρα
 της χωροφυλακής και ο Νταβέλης σκότωσε τον Μέγα.
 Αλλά οι υπόλοιποι χωροφύλακες σκότωσαν τον Νταβέλη
 και του έκοψαν το κεφάλι, καρφώνοντάς το μάλιστα
 σ’ έναν πάσσαλο στην πλατεία Συντάγματος, 
προς κοινή θέα και για παραδειγματισμό...

Τότε ένα μικρό παιδί, ο Νικόλαος Γύζης,
 είδε στην πλατεία το καρφωμένο κεφάλι του ληστή
 και το θαύμασε για την ηρεμία και τη γλυκύτητα
 που απέπνεε (πράγματι, εν ζωή όλοι θεωρούσαν 
τον Νταβέλη μία πολύ συμπαθητική φυσιογνωμία). 
Ο μετέπειτα μεγάλος ζωγράφος Γύζης δεν ξέχασε ποτέ 
αυτό το πρόσωπο. Και σε έναν του πίνακα αργότερα 
(«Το Άγιον Μανδήλιον»), 
στην απεικόνιση του Ιησού Χριστού, όλοι θαύμαζαν
 τη γαλήνη και την ομορφιά που χαρακτήριζαν
 το πρόσωπο του Θεανθρώπου. 
Κάποτε ο Γύζης αποκάλυψε από πού εμπνεύστηκε 
το πρόσωπο που ζωγράφισε ως Ιησού στον εν λόγω πίνακα.
Από το... κομμένο κεφάλι 
του λήσταρχου Νταβέλη
στην πλατεία Συντάγματος!!!
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια :