Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Η Γέννηση της γραφής και το βιβλίο της ανθρωπότητας!

To ζήτημα της γενέσεως της γραφής υπήρξε
 εδώ και πολλά έτη σημείο τριβής και πεδίο
 αναπτύξεως διαφόρων θεωριών. 
Από τα τέλη του 18ου αι. όμως, και ιδιαιτέρως 
από το 1816 και έπειτα, το ζήτημα της γραφής ετέθη 
επί νέων, «ινδοευρωπαϊκών» βάσεων. 
Η έκφρασης της ινδοευρωπαϊκής -βλ. ινδογερμανικής- θεωρίας από τον Βορρά, καθαρό προϊόν του αναγεννημένου γερμανικού εθνικισμού, μετά την νικηφόρο λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων, δεν ήταν δυνατό να αφήσει εκτός το ζήτημα της γραφής. Όφειλε και η γραφή να καταστεί εφεύρημα των ανύπαρκτων ινδοευρωπαίων Αρίων. 
Μητέρα δε όλων των γλωσσών απεκλήθη η σανσκριτική. 
Από τότε φυσικά έχουν παρέλθει πολλά έτη και νέα αρχαιολογικά ευρήματα έχουν έλθει στο φως, τα όποια
 στην πιο καλή για τους « ίνδοευρωπαϊστάς» περίπτωση,
 θέτουν εν αμφιβάλω την θεωρία τους. 
Ωστόσο αυτοί συνεχίζουν ακάθεκτοι να διαβιούν
 εντός της πλάνης των, λοιδορώντας τα νεώτερα στοιχεία 
η ακόμη χειρότερα αγνοώντας τα. 
Κι όμως το ζήτημα της γραφής, χάρις στην αρχαιολογική σκαπάνη, έχει με την σειρά του αρχίσει να ξεκαθαρίζει. 
Πέρα από κάθε διάθεση σωβινισμού ή προγονολατρίας, 
η ελληνική γη έχει αρχίσει να αναδεικνύεται και πάλι
 στο μεγάλο βιβλίο της ανθρωπότητας, φανερώνοντας 
από τα σπλάγχνα της ανεκτίμητους ιστορικούς θησαυρούς,
για όσους επιθυμούν να τους αναγνώσουν.

 Όταν ο Σωκράτης συνάντησε τον νεαρό Φαίδρο, 
άρχισε να του διηγείται την κάτωθι ιστορία
 υπό την σκέπη του ιερού των Νυμφών και του Πάνος:  «Άκουσα να λένε ότι κοντά στην Ναυκρατίδα της Αιγύπτου υπήρξε κάποιος από τους εκεί παλιούς θεούς,
 που και το ιερό του πτηνό ήταν αυτό, που, ως γνωστό,
 το ονομάζουν Ίβι, και ότι ο ίδιος ο θεός ονομαζόταν Θευθ. Άκουσα λοιπόν ότι αυτός πρώτος ανακάλυψε και τον αριθμό
 και την αρίθμηση και την γεωμετρία και την αστρονομία 
και ακόμη το παιγνίδι με τους πεσσούς και το παιγνίδι 
με τους κύβους και επί πλέον τα γράμματα.
 Και καθώς τότε ήταν βασιλεύς όλης της Αιγύπτου 
ο Θαμούς, κοντά στην μεγάλη πόλη της επάνω χώρας
 (της Άνω Αιγύπτου), που οι Έλληνες την ονομάζουν Αιγυπτιακές Θήβες και τον θεό της Άμμωνα, 
αφού ήλθε σ' αυτόν ο Θευθ του επέδειξε
 τις εφευρέσεις του και υπεστήριξε ότι πρέπει 
να διαδοθούν στους άλλους Αιγυπτίους. 
Και τότε ο βασιλεύς ρώτησε, ποια χρησιμότητα έχει
 η κάθε εφεύρεσης, και ενώ εκείνος του εξηγούσε 
διεξοδικά, ο βασιλεύς ότι του φαινόταν σωστό η άλλοτε 
πάλι λάθος, ανάλογα το μεν το αποδοκίμαζε 
και το άλλο το επαινούσε. Πολλές λοιπόν κρίσεις
 σχετικά με την κάθε τέχνη χωριστά και θετικές 
και αρνητικές λέγεται ότι διετύπωσε ο Θαμούς 
στον Θευθ, που θα μακρηγορούσαμε, εάν τις εκθέταμε 
με λεπτομέρειες. Όταν έφθασε στην περίπτωση
 του γραπτού λόγου, είπε ο Θευθ, «αυτή λοιπόν η μάθηση, βασιλιά μου, θα καταστήσει τους Αιγυπτίους περισσότερο σοφούς και με πιο καλό μνημονικό, γιατί βρέθηκε  
το φάρμακο για την μνήμη και την σοφία». 
Αυτός όμως απήντησε: «Εφευρετικότατε Θευθ, 
άλλος μεν έχει την δύναμη να εφευρίσκει τα σχετικά
 με τις τέχνες, άλλος όμως να κρίνει, πόσο θα βλάψουν
και πόσο θα ωφελήσουν εκείνους, που πρόκειται
 να τις χρησιμοποιήσουν. Και εσύ τώρα, επειδή 
είσαι ο εφευρέτης των γραμμάτων, από συμπάθεια 
είπες το αντίθετο από εκείνο, που πραγματικά μπορούν. 
Διότι αυτά τα γράμματα θα προξενήσουν λήθη στις ψυχές εκείνων, που θα τα μάθουν, από έλλειψη ασκήσεως 
της μνήμης, επειδή, από εμπιστοσύνη στην γραφή, 
θα ανακαλούν τα πράγματα στην μνήμη τους απ' έξω, 
δηλαδή με ξένα σημάδια και όχι οι ίδιοι από μέσα,
 από τον ίδιο τους τον εαυτό. Δεν βρήκες λοιπόν φάρμακο
για την μνήμη την ίδια, αλλά για την υπενθύμιση. 
Και προσφέρεις στους μαθητές σου επιφανειακή σοφία
 και όχι την αλήθεια. Διότι, αφού μάθουν πολλά σύμφωνα
 με την άποψη σου από τα βιβλία χωρίς διδασκαλία, 
θα φαίνονται ότι είναι πολυμαθείς, 
ενώ στην πραγματικότητα θα είναι, ως επί το πλείστον, 
αμαθείς και ανυπόφοροι στην συναναστροφή, 
επειδή θα έχουν γίνει δοκησίσοφοι αντί για σοφοί».
 Μέσα από τον πλατωνικό διάλογο του Φαίδρου
 τίθενται ίσως για πρώτη φορά οι προβληματισμοί 
αναφορικά με την αιτία γενέσεως της γραφής. 
Οι άνθρωποι δημιούργησαν τελικά τον γραπτό λόγο
 για να γίνουν περισσότερο σοφοί και να συμβάλουν 
στην μνήμη της ανθρωπότητας μέσω της υπομνήσεως 
ή ήσαν οι κοινωνικοοικονομικές ανάγκες,
 που τους το επέβαλαν; Η ύπαρξη του γραπτού λόγου προϋποθέτει με την σειρά της την ύπαρξη του προφορικού λόγου, ο όποιος βάσει των παρατηρήσεων του Πλάτωνος προφανώς προϋπήρχε. Ο χρονολογικός προσδιορισμός 
της γενέσεως του προφορικού λόγου λειτουργεί 
τρόπον τινά ως terminus ante quern για τον αντίστοιχο προσδιορισμό του γραπτού λόγου και τελικά 
του ίδιου του εξανθρωπισμού του ανθρώπου.
 Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Κλάιν, 
καθηγητή του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, 
«πριν από 50.000 χρόνια, τυχαία γενετική μεταλλαγή
 οδήγησε σε γενική και κρίσιμη επανασύνδεση
 όλων των νευρικών συνάψεων του εγκεφάλου, 
που με την σειρά της οδήγησε σε σημαντική πρόοδο 
της ομιλίας. Η καταγωγή της ανθρώπινης ομιλίας 
είναι άλλο ένα μεγάλο μυστήριο της εξελίξεως. 
Η βελτίωση των επικοινωνιών έδωσε την δυνατότητα
 στους ανθρώπους να εφαρμόσουν περίπλοκους
 κοινωνικούς κανόνες δίδοντας τους την ικανότητα
 να εφεύρουν και να διαχειρισθούν τον πολιτισμό». 
Ο Δρ. Κλάιν τοποθετεί την γενετική αυτή μεταλλαγή, 
βάσει της γνωστής αφροκεντρικής θεωρίας, 
στην Αφρική.2 Στην πρώιμη κοινωνικοποίηση 
του ανθρώπου και στην γένεση της επικοινωνίας, 
αποδίδονται και τα σήματα, που εμφανίζονται
 στην παλαιολιθική τέχνη. Ο άνθρωπος, σύμφωνα
 με τον αείμνηστο καθηγητή Επιγραφικής,
 Α.Σ. Αρβανιτόπουλο, ήδη από τους Παλαιολιθικούς 
χρόνους είχε αρχίσει να συγκροτεί κοινωνίες 
και προσπάθησε να έκφραση τις στοιχειώδεις σκέψεις 
και θελήσεις του, τόσο για να θυμάται ο ίδιος κάποια
 γεγονότα, όσο και για να συνεννοείται με τους άλλους. 
Γι' αυτό χάρασσε επάνω σε οστέινα αντικείμενα ποικίλα σύμβολα, σχήματα η γραμμές. Κάποιοι επιστήμονες, 
όταν άρχισαν να ανακαλύπτονται οι βραχογραφίες
 και τα σχέδια των σπηλαίων, θεώρησαν ότι επρόκειτο 
για γράμματα η σύμβολα ενός προκατακλυσμιαίου
 πολιτισμού .3 Άλλωστε και ο ίδιος ο Σωκράτης 
αποδίδει σε αυτές τις εικόνες κάποιο νοηματικό 
περιεχόμενο, όταν αναφέρει πως το όνομα για το κάθε αντικείμενο είναι ότι και η ζωγραφιά για το αντικείμενο, που παριστάνει Σύμφωνα με την Γ. Κουρτέση-Φιλιππάκη, τα πρώιμα αυτά σύμβολα «είναι αναμφισβήτητο ότι είχαν κάποιο νόημα, το όποιο βέβαια μας διαφεύγει και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην συνολική σύνθεση ».
5 Από την άλλη οι αμφιλεγόμενες από 
(ορισμένους έρευνες του Άρη Πουλιανού μοιάζουν 
να ρίχνουν φως στο μυστήριο της καταγωγής 
της ανθρώπινης ομιλίας. 
Σύμφωνα με τον Kenneth Oakley, ο άνθρωπος
 εξανθρωπίζεται από την στιγμή, που αρχίζει 
να χρησιμοποίει εργαλεία. Ο ορισμός αυτός φαίνεται
 ότι έχει υιοθετηθεί και από τον Άρη Πουλιανό,
 αναφορικά με την περίπτωση του ελέφαντα
 του Περδίκκα. Αναφέρει χαρακτηριστικά
 ο σκαπανέας της θέσεως εν έτη 1977:
 «Οι άνθρωποι από πολύ νωρίς δείχνουν να έχουν 
οργανωμένο κυνήγι και όταν κυνηγούν ελέφαντες 
στην Πτολεμαΐδα και όταν κυνηγούν ιππάρια στην Τρίλλια. 
Το «οργανωμένο κυνήγι», το μαζικό η και το «συντροφικό»
 με άλλη έκφραση, 30 περίπου κυνηγών για έναν ελέφαντα, όπως δείχνουν τα εγκαταλελειμμένα εργαλεία 
στον Περδίκκα, είναι ένα νέο αποκαλυπτικό στοιχείο
 στην Παλαιοκοινωνιολογία. Οργανωμένο κυνήγι, χωρίς
 κάποια γλώσσα, χωρίς έστω κάποιον έναρθρο λόγο, 
τελείως πρωτόγονο πιστεύω, δεν γίνεται. 
Κάποιος από την ομάδα των κυνηγών έδινε το σύνθημα
 της εκκινήσεως η και της επιθέσεως, έστω 
για να τρομάξουν το άγριο ζώο 
(ο Ελέφαντας του Περδίκκα είχε περίπου 5μ. μήκος 
και 4μ. ύψος), πράγματα, που δεν γίνονται χωρίς
 κάποιο άλμα στον έναρθρο λόγο πριν από 3 εκ. χρόνια.
 Δεν έχει δίκιο ο Walker (1966), που για την ίδια εποχή 
στην Αφρική τους θεωρεί «ζώα», δηλαδή τελείως άλαλα. 
Και μόνο η δεξιοχειρία τους αποδεικνύει 
την ύπαρξη έναρθρου λόγου ».



Δεν υπάρχουν σχόλια :