Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Poems. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Poems. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Η αγάπη δεν έχει καμία άλλη επιθυμία εκτός απ την εκπλήρωσή της.

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την,
μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.
Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου,
μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα
στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.

Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την,
μόλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει
 τα όνειρά σου
σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο...
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει  σε κοσκινίζει
για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου
σε αλέθει για να σε λευκάνει, σε ζυμώνει
ώσπου να γίνεις απαλός.

Και μετά σε παραδίδει στην ιερή φωτιά της
για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το Άγιο Δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη, για να
μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου!
Αλλά...αν απ το φόβο σου γυρέψεις μόνο την
ησυχία της αγάπης κ την ευχαρίστηση της αγάπης...
τότε θα ήταν καλύτερα για σένα, 
να σκεπάσεις την γύμνια σου
και να βγεις έξω απ το αλώνι της αγάπης, και να σταθείς
στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς,
αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου
και θα κλαις άλλα όχι με όλα τα δάκρυα σου.

Η Αγάπη δεν δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της
και δεν παίρνει τίποτα παρά απ τον εαυτό της.
Γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη...
Όταν αγαπάς δεν θα πρεπε να λες
Ο Θεός είναι στην καρδιά μου..
    Αλλά μάλλον.....
''εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού''.
Και μην πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις
την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη αν σε βρει άξιο
θα κατευθύνει εκείνη την δική σου πορεία.

Η Αγάπη δεν έχει καμία άλλη επιθυμία
εκτός απ την εκπλήρωσή της.
Χαλίλ Γκιμπράν

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Μηνύματα στη θάλασσα πετάω σε μπουκάλια

Ανέκαθεν τη θάλασσα, θύμιζαν τα φιλιά σου
κι όχι για την αλμύρα τους μα για την τρικυμία.
κάθε φορά το ένοιωθα  κοβόταν η ανάσα 
και βούλιαζα, πνιγόμουνα κι ήθελα να με σώσεις.
Όσα φιλιά κι αν μου ‘δωσες κι αν σώθηκα εντέλει
ήταν γιατί αρπάχτηκα σε κάποιο σου κατάρτι
και τώρα μένω ναυαγός σε άξενο νησάκι 
μονάχος δίχως συντροφιά εκτός απ’ την ελπίδα.

Μηνύματα στη θάλασσα πετάω σε μπουκάλια
και πλοία βλέποντας φωτιές ανάβω να με δούνε. 
                                  Καρτσωνάκης Πάν             
Υ.Γ: Ποίηση, ανικανοποίητη ερωμένη.      

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στο ακρογιάλι.

Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, 
τίποτα δεν είναι πιο πικρό.
Γιώργος Σεφέρης

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στο ακρογιάλι.
Γιώργος Σεφέρης

Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι,
 αν δεν είσαι ψάρι, ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, 
έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις τον μοναχό άνθρωπο, 
αν δεν είσαι μοναχός.
 Πώς να με καταλάβεις, λοιπόν, χρυσή μου;
(από την Αλληλογραφία Γιώργου και Μάρως Σεφέρη)

Ναυαγός στην γενέθλια πόλη. 
Κάθε φορά που ταξιδεύω σε θυμάμαι φευγάτη, 
μια σκιά, ένα άρωμα,
 παρουσία, αίσθηση δίπλα μου, κοντά μου, 
στο μυαλό μου αλλά και τόσο μακριά μου.
Κάθε φορά που ταξιδεύω 
λέω ψέματα στον εαυτό μου 
υποκρίνομαι. 
Είμαι αυτός που έσπασε το τσόφλι του 
ναυαγός στην γενέθλια πόλη. 
Υποδύομαι ρόλους περιηγητών, 
εξερευνητών
 και ταξιδεύω δίχως χάρτες και πυξίδα, 
προορισμό και χρονοδιαγράμματα. 
Κάθε φορά που ταξιδεύω 
μνημονεύω φίλους παιδικούς 
που έχουν πια πεθάνει
 πίνω το νερό της βροχής
 και τραγουδάω στιχάκια μονότονα παλιά 
και μισοξεχασμένα 
για μια πολιτεία που έχασα 
κερδίζοντας τον κόσμο.……. 
                       Καρτσωνάκης Πάν 

Castaway in the birth city.
Every time I travel I remember of you escaping, 
as a shadow, a perfume,
 a presence, I can feel you beside me,
 so close to me,in my mind, and so far away of me, 
by the same time.
Every time I travel I lie to myself, 
I pretend, 
I'm the one who broke his shell, 
a castaway in his birth city.
 I am acting roles of travelers, 
explorers and I travel without maps and compass, 
without destination and timetables. 
Every time I travel
 I remember of friends from my childhood 
that have passed away now, 
I drink the rainwater and sing monotonous old 
and almost forgotten lyrics
about a city that I lost 
while winning the world....... 
                      Kartsonakis Pan

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Δεν ανασαίνουν, δεν μιλούν, ούτε και μάτια έχουν.

Δεν ανασαίνουν, δεν μιλούν, ούτε και μάτια έχουν
σκόρπια, θαμμένα ‘δω και ‘κει αιώνες περιμένουν
να ‘ρθουν στο φως, τεκμήρια πολιτισμού ανθρώπων
στον ίδιο τόπο που ‘ζησαν, την γλώσσα μας μιλούσαν.

Σαν τα διαμάντια, σαν χρυσός, δεν χάνουν την αξία
σαν σπόροι ανασταίνονται δίνουν καρπούς της γνώσης
παρόλο που προσπάθησαν να μην υπάρχουν διόλου 
να ξεχαστούν και δομικά τα έκαναν κι ασβέστη.

Φως, απ’ το φως και μόνο φως, δεν γίνεται σκοτάδι,
τόνους την λάσπη πάνω τους, να ρίξεις, δεν πεθαίνουν. 
                             Καρτσωνάκης Πάν

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Like the chants of revelers and prodigals feasts.

-Listen to the trees, you told me, that the cicadas cry
They know that they will die this summer.
-This is their song is no dirge
but a call to females lest they mate.

-No, do not become a prosaic see things as a poet
these are creatures that live in the soil for so many years
and rejoice little,the love, the sun
they grow wings but are saddened, they know they will die.

Aesop, too, "saw" the song differently.
Like the chants of revelers and prodigals feasts. 
                                         Pan Kartsonakis
Απόδοση κειμένου από τα Ελληνικά στα Αγγλικά   Maria Kalaoglou

-Άκου στα δέντρα, μου ‘λεγες, πως κλαίνε τα τζιτζίκια
Ξέρουν πως θα πεθάνουνε αυτό το καλοκαίρι.
-Αυτό 'ναι το τραγούδι τους δεν είναι μοιρολόι
μα κάλεσμα στα θηλυκά μήπως και ζευγαρώσουν. 

-Όχι, μην γίνεσαι πεζός σαν ποιητής να βλέπεις
αυτά ‘ναι πλάσματα που ζουν στο χώμα τόσα χρόνια
και χαίρονται ελάχιστα, τον έρωτα, τον ήλιο
βγάζουν φτερά μα θλίβονται, ξέρουν πως θα πεθάνουν.

Ο Αίσωπος κι αυτός αλλιώς το «είδε» το τραγούδι
Σαν των γλεντζέδων άσματα κι ασώτων γλεντοκόπια. 
                                      Πάν Καρτσωνάκης


Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

Ξέρουν πως θα πεθάνουνε αυτό το καλοκαίρι.

-Άκου στα δέντρα, μου ‘λεγες, πως κλαίνε τα τζιτζίκια
Ξέρουν πως θα πεθάνουνε αυτό το καλοκαίρι.
-Αυτό 'ναι το τραγούδι τους δεν είναι μοιρολόι
μα κάλεσμα στα θηλυκά μήπως και ζευγαρώσουν. 

-Όχι, μην γίνεσαι πεζός σαν ποιητής να βλέπεις
αυτά ‘ναι πλάσματα που ζουν στο χώμα τόσα χρόνια
και χαίρονται ελάχιστα, τον έρωτα, τον ήλιο
βγάζουν φτερά μα θλίβονται, ξέρουν πως θα πεθάνουν.

Ο Αίσωπος κι αυτός αλλιώς, το «είδε» το τραγούδι.
Σαν των γλεντζέδων άσματα κι ασώτων γλεντοκόπια. 
                          Πάν Καρτσωνάκης

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

"Θα νικήσει αυτός που ξέρει πότε να πολεμήσει και πότε να μην πολεμήσει".











Διψούν για αίμα μερικοί μα ούτε καν ιδέα

δεν έχουν από πόλεμο, φοβούνται την σκιά τους

κι ακόμη τραγικότερο μιλούν για περηφάνια….

μα μόνες μάχες πού ‘δωσαν είναι στο πληκτρολόγιο. 


Νομίζουν πως στον πόλεμο υπάρχουν κερδισμένοι

απ’ τον λαό των νικητών μα είναι γελασμένοι.

Την μάνα που ‘χασε τον γιο να πάνε να ρωτήσουν

κι αν θα τολμούσαν τα παιδιά που ‘χασαν τους γονείς τους.  


Οι πόλεμοι δεν γίνονται σαν όπως στις ταινίες

που οι κομπάρσοι σπίτια τους, γυρνούν όταν τελειώσουν. 

                                             Πάν Καρτσωνάκης 


Η πολιτική είναι αναίμακτος πόλεμος. Ο πόλεμος είναι αιματηρή πολιτική.
Μάο Τσε-Τουνγκ, 1893-1976, Κινέζος ηγέτης

Θα νικήσει αυτός που ξέρει πότε να πολεμήσει και πότε να μην πολεμήσει.
Σουν Τζου, ~5ος αιών π.χ., Κινέζος θεωρητικός της στρατηγικής

Ουδείς γαρ ούτω ανόητος εστί όστις πόλεμον προ ειρήνης αιρέεται·
 εν μεν γαρ τη οι παίδες τους πατέρας θάπτουσι, εν δε τω οι πατέρες τους παίδας.
Κανένας δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. 
Στην ειρήνη, οι γιοι θάβουν τους πατεράδες τους. 
Στον πόλεμο, οι πατεράδες θάβουν τους γιους.
Ηρόδοτος, 480-420 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ιστοριογράφος

Γλυκύ δ᾽απείρῳ πόλεμος.
Ο πόλεμος φαίνεται γλυκός σ’ αυτούς που δεν έχουν την εμπειρία του.
Πίνδαρος, 522-438 π.Χ., Αρχαίος λυρικός ποιητής

Πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται 
μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους,
 δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν.
Πωλ Βαλερύ, 1871-1945, Γάλλος ποιητής

Ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις.
Νικολό Μακιαβέλι, 1469-1527, Ιταλός πολιτικός φιλόσοφος

Όταν οι πλούσιοι κάνουν πόλεμο, είναι οι φτωχοί που πεθαίνουν.
Ζαν-Πωλ Σαρτρ, 1905-1980, Γάλλος φιλόσοφος

Θα πειστεί κάποτε το χοντροκέφαλο ανθρώπινο γένος ότι μεγαλύτερη μωρία
 και συμφορά από τον πόλεμο δεν υπάρχει, και από τα παθήματα του
 θα διδαχθεί κάποτε ότι πρέπει να τον καταργήσει, σαν υπερβολικά οδυνηρό
 και ακριβό τρόπο για επίλυση διαφορών;
Εμμάνουελ Καντ, 1724-1804, Γερμανός φιλόσοφος
Αντί για άλλο σχόλιο:
Απαραίτητη διευκρίνηση:
Η φωτογραφία αυτή (με τον Νίκο Καρανίκα) είναι προϊόν ψηφιακής επεξεργασίας 
κι έχει σατιρικό και μόνο σκοπό.
Δεν ανταποκρίνεται φυσικά στην αλήθεια.
Υ.Γ: Έτσι κι αλλιώς ο καθένας καταλαβαίνει αυτό που του αρέσει ως αληθινό.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Τώρα βεβαίως έμαθα, δεν έχω απορίες.









Εσύ κοιτάς τη θάλασσα κι εγώ κοιτώ εσένα

που τραγουδάς υπέροχα αυτό του Καββαδία.

Ναι, κείνο που των φορτηγών τις γάτες περιγράφει

και για το πώς οι ναυτικοί στη θάλασσα πετάνε.


Ειλικρινά δεν πίστευα σαν  το ‘χα πρωτακούσει

σε μια μπουάτ στο Ναύπλιο, μαζί σου, κι είχα νιώσει

και στο ‘χα πει, παράξενα, πως γίνεται κι αγάπη

να έχει νιώσει άνθρωπος που κάνει κάτι τέτοιο.


Τώρα βεβαίως έμαθα, δεν έχω απορίες.

Αγάπες κάλπικες μπορούν, ψυχρά να σε τελειώσουν. 

                                Πάν Καρτσωνάκης

Οι γάτες των φορτηγών     

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά. 

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακή αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια τα μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σε ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν από το θάνατον από τους ναύτες ένας,
- αυτός όπου ‘δε πράματα στη ζήση του φριχτά -
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λύγα η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.
Νίκος Καββαδίας

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Ώρες πολλές ξεχάστηκα, πάνω τους να κοιτάζω.


Φωτογραφίες μας παλιές, που είχα ξεχασμένες
τυχαία βρήκα εντελώς κι άρχισα να θυμάμαι.
Πάνω στο κάστρο πόζαρες για φλάμπουρο κουνώντας
το άσπρο σου πουκάμισο, γυμνόστηθη, γελούσες. 

Αχ, κοριτσάκι μου χαζοί, που ήμασταν κι οι δυο μας
πως θα νικήσουμε κι εμείς θ’ αλλάξουμε τον κόσμο.
Πως η δική μας η γενιά καλύτερη πως θα ‘ναι 
δεν θα υπάρχει πόλεμος, κανείς δεν θα πεινάει.

Ώρες πολλές ξεχάστηκα, πάνω τους να κοιτάζω
και μ’ έναν κόμπο στον λαιμό και δάκρυα στα μάτια. 
                                         Πάν Καρτσωνάκης 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Εδώ ελλιμενίζονταν μας λένε οι τριήρεις.


Εδώ ελλιμενίζονταν, μας λένε, οι τριήρεις,
ο στόλος, ο πολεμικός, της ισχυρής μας πόλης
τότε που ως μητρόπολη, σε όλη την Μεσόγειο
εμπορευόταν αγαθά και Αφνειός την είπαν.

Εκεί ελλιμενίζονταν, πολύβουο λιμάνι
τα χρόνια που η πόλη μας ήταν σπουδαίο κράτος
στο δυτικό λιμάνι της πολλές φορές πηγαίνω
στα πεντακάθαρα νερά να μπω να κολυμπήσω.
 
Όλα ωστόσο παρελθόν είναι και ιστορίες
που μοναχά ιστορικοί και ποιητές τις λένε.
                              Πάν Καρτσωνάκης
Το κυττάς το θαύμα και δέν το πιστεύεις, πώς απ’ το 1966 διασώθηκε 
απ’ την οικιστική (ρουματζίδικη) πλημμύρα αυτό το Αλσος Αρχαίας Τεχνολογίας 
και Οικονομίας. Πολλαπλές λιμενικές εγκαταστάσεις, με δύο σωζόμενους 
αρχαίους εξωτερικούς μόλους και μ’ άλλον έναν (υποθαλάσσιο σήμερα),
 αλλα (το κυριότερο) με τις εσωτερικές τεχνητές διώρυγες του λιμανιού: 
Διότι εδώ τα πλοία ελλιμενίζονταν μέσα στην ξηρά. 
Απ’ τη θάλασσα, έπλεαν προς μιαν είσοδο (που σώζεται κι αυτή
 με τους κρηπιδοτοίχους της), για να μπούνε στη λιμενική διώρυγα
 και τις λεκάνες ελιγμών, που σώζονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια 
του σημερινού επισκέπτη. 
Λίγο ακόμη, κι η φαντασία-μας θα ζωντάνευε ένα πολύβουο μικρό Αμστερνταμ, 
το οποίο πριν απο δυό χιλιετίες συνέδεε την καρδιά της Ελλάδας με τη Δύση.

Διότι, για την Ανατολή, η Κόρινθος είχε το άλλο λιμάνι-της, τις Κεγχρεές 
επι του Σαρωνικού. 
(«Κόρινθος, αφνειός, λέγεται δια το εμπόριον, δυοίν λιμένων κύριος», Στράβων.) 
Συμπληρώστε όλα τούτα με τον Διολκό, την στεριανή οδό μεταφοράς πλοίων
 κατα μήκος του σημερινού Ισθμού, για ν’ αποχτήσετε μιαν ιδέα του πλούτου 
και της ισχύος της κλεινής Κορίνθου. 
Την άξιζε ετούτη τη ναυτική δόξα ­ Κορίνθιος ήταν άλλωστε ο Αμεινοκλής,
 ο εφευρέτης του ναυπηγικού θαύματος της αρχαιότητας, της τριήρεως.
3. Ναυπηγική δε και λιμενική τεχνολογία προϋποθέτουν κορύφωση 
τεχνολογικής ανάπτυξης σε πλείστους άλλους τομείς. 
Αυτής της ανάπτυξης τέμενος είναι το αρχαίο λιμάνι του Λεχαίου 
το οποίο περιλαμβανότανε μέσα στα μακρά τείχη της πόλεως.

Ολες οι εγκαταστάσεις του λιμένος, ναοί, νεώσοικοι πολεμικών πλοίων, 
αρχαίοι δρόμοι ­ όλα είναι θαμμένα εκεί απο κάτω.
 Κι ήταν τόσο αιωνόβια η ακμή της περιοχής ώστε στον δυτικό βραχίονα
 του λιμανιού θα χτισθή (αρχές του 6ου αι. μ.Χ.;)
 η μοναδική σε μέγεθος (30Χ180 μέτρα) πρωτοχριστιανική βασιλική
 του εκ Κορινθίας Αγίου Λεωνίδη ­ του οποίου το κατασπαραχθέν σώμα 
ερρίφθη στη θάλασσα του Λεχαίου γύρω στα 250 μ.Χ.(*)

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Είναι χρονιές περίεργες έχουν τρελάνει κόσμο.

Δύσκολα χρόνια, δίσεκτα, τα λέει ο λαός μας
είναι χρονιές περίεργες έχουν τρελάνει κόσμο.
Το λογικό δυσεύρετο, τρέλα εν αφθονία
μα κι οι χρονιές που έρχονται, δυσοίωνες τις βλέπω.

Συντήρηση η λογική και πρόοδος η τρέλα.
Να πέφτεις μόνος στον γκρεμό να δίνεις το μαχαίρι
την ευκαιρία σε αυτόν που θέλει να σε «σφάξει»
αν δεν θα γίνεις σαν κι αυτόν, φανατικός που είναι. 

Δύσκολα χρόνια, δίσεκτα, δεν είμαι και προφήτης
αλλά φοβάμαι έρχονται κι εμείς χασκογελάμε. 
                                       Πάν Καρτσωνάκης

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Άλλαξε βρε την πίστη σου γιατί θα σε «χαλάσω»

Άλλαξε βρε την πίστη σου γιατί θα σε «χαλάσω»
και είσαι όμορφος πολύ, γενναίο παλικάρι
μην είσαι ξεροκέφαλος φλουριά θα σε γεμίσω
κι αρματολίκι αν το θες εγώ θα σου το δώσω.

Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θα πεθάνω
την πίστη μου με τίποτα εγώ δεν την αλλάζω
ένα μόνο παράπονο με πνίγει και το λέω
για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει.

Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαριά και βγάζ’ η γης χορτάρι.
Εγώ μπορεί να χαλαστώ θα αναστηθεί το έθνος. 
                                          Πάν Καρτσωνάκης
Ο Αθανάσιος Διάκος (4 Ιανουαρίου 1788 – 24 Απριλίου 1821)
 ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές ήρωες-οπλαρχηγούς του πρώτου έτους
 της Επανάστασης του 1821 που έδρασε στη Στερεά Ελλάδα. 
Σύμφωνα με μια εκδοχή, το πραγματικό του όνομα ήταν 
Αθανάσιος Γραμματικός ή κατά άλλους ήταν Αθανάσιος Μασσαβέτας. 
Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και το 1820 έγινε αρματολός στη Λιβαδειά.
 Τον Απρίλιο του 1821 σε συνεργασία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε
 το φρούριο της Λιβαδειάς και χρησιμοποιώντας το σαν ορμητήριο,
 έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες. 
Κατέλαβε την γέφυρα της Αλαμάνας και στις 23 Απριλίου 1821 έδωσε μάχη
 με τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη. 
Στη μάχη αυτή συνελήφθη και αφού μεταφέρθηκε στη Λαμία δολοφονήθηκε
 με ανασκολοπισμό (λογοτεχνικά αναφέρεται ότι “σουβλίστηκε”)
 από τους Τούρκους και κάηκε στις 24 Απριλίου 1821.
Ο Ελληνικός Στρατός του απένειμε τιμητικά τον βαθμό του Στρατηγού.
Ο μαρτυρικός του θάνατος.
Ο Αθανάσιος Διάκος βρήκε φρικτό μαρτυρικό θάνατο.
 Οι Τούρκοι τον παλούκωσαν ζωντανό.
 Ένας Τούρκος παραγγέλθηκε για να του περάσει το σουβλί μέσα από το σώμα του. 
Χωρίς να πειράξει τα ζωτικά εσωτερικά όργανα, 
και μόνον τρυπώντας του το έντερο και το διάφραγμα, 
ο Τούρκος του πέρασε το σουβλί ανάμεσα από τα σπλάχνα και το πνευμόνι, 
μέχρι που του το έβαλε επάνω από τον ώμο.
 Ο Διάκος στήθηκε όρθιος στραμμένος προς τη Δύση για να τον καίει ο ήλιος. 
Γύρω του οι Τούρκοι έστησαν σε πασσάλους τα ακρωτηριασμένα κεφάλια 
των παλικαριών του, να τον κοιτάνε. 
Ο Διάκος άντεξε για πολύ το φρικτό βασανιστήριό του, απαξιώνοντας έτσι 
τους Τούρκους της Ασίας και τη θρησκεία τους, ενώ επαινούσε τους Έλληνες. 
Παρακάλεσε κάποιον εντόπιο να του δώσει νερό να πιει και κανείς δεν τολμούσε. 
Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων 
(παλουκώθηκε και στη συνέχεια κάηκε) τρομοκράτησε αρχικά
 το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες 
τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό. 
Ένα μνημείο στέκεται τώρα κοντά στη γέφυρα της Αλαμάνας στο Σπερχειό, 
το σημείο της τελικής μάχης του. 
Προς τιμήν του, η Άνω Μουσουνίτσα 
(το χωριό στο οποίο γεννήθηκε ο πατέρας του) μετονομάστηκε
 σε “Αθανάσιος Διάκος” στις 15/12/1958.
 Επίσης,προς τιμήν του Ήρωα, η Κεντρική Επιτροπή Εκατονταετηρίδος
 (1830 – 1930) οργάνωσε πανηγυρικές εκδηλώσεις το 1930 
για τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Αθανασίου Διάκου στην Αρτοτίνα 
και εντοίχισε στην πρόσοψη του κελιού του Ήρωα 
στην Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου μαρμάρινη πλάκα
 με την ακόλουθη επιγραφή “Ενταύθα εμόνασε το τέκνο της Αρτοτίνης
ο Αθανάσιος Διάκος – Εγένετο 31 Αυγούστου 1930”.
Ο θρύλος του καταγράφηκε και σε δημοτικά τραγούδια όπως αυτό:

“Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”.
Εκείνοι εφοβήθησαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες*,
Πλην το σπαδί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
– “Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις”:
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
– “Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω….
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες*,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας”
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης* με δάκρυα φωνάζει:
-“Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι*”.
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.
“Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι“.
Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
“Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας*.
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι.”

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2020

Ωστόσο, κι όσο έζησε στην λεύτερη πατρίδα...........

Νικήτα τον ονόμαζαν, Νικηταράς ωστόσο
στην ιστορία έμεινε αλλά και Τουρκοφάγος
Ο ανιψιός του στρατηγού, σύντροφος στους αγώνες
για μια πατρίδα λεύτερη με δίχως αφεντάδες.

Ωστόσο, κι όσο έζησε στην λεύτερη πατρίδα
την πίκρα μόνο γνώρισε και την αχαριστία.
Χαρτογιακάδες, ερπετά, «γλύφτες» και κάποιοι άλλοι 
αφού τον ταλαιπώρησαν τον έκαναν επαίτη. 

Περήφανε Νικηταρά, δεν έσκυψες κεφάλι
και το ποτήρι το πικρό το ‘πιες χαμογελώντας. 
                                    Πάν Καρτσωνάκης
Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς 
(Νέδουσα Μεσσηνίας, 1782 - Πειραιάς, 25 Σεπτεμβρίου 1849), 
ήταν Έλληνας οπλαρχηγός και ηγετική μορφή 
της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. 
Έμεινε γνωστός και μέσα από το ψευδώνυμό του, ως Τουρκοφάγος.

Γονείς του είναι ο Σταματέλος, αγωνιστής της περιοχής του Λεονταρίου
 και μητέρα του η Σοφία Δημητρίου Καρούτσου από τον Άκοβο του Λεονταρίου, 
δευτερότοκη θυγατέρα και αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη,
 Αικατερίνης και της Μαρίας συζύγου του Ακοβίτη Γιωργάκη Μεταξά 
(Απομνημονεύματα Θ. Κολοκοτρώνη), καθώς και της συζύγου του
 Δημητρίου Κάρτσωνα, από τα Αρφαρά, το όνομα της οποίας είναι άγνωστο. 
Από τα αδέλφια του γνωστά είναι ο Ιωάννης Τουρκολέκας (1805-1816)
 και ο Νικόλαος Σταματελόπουλος.
Διωγμένος και επικηρυγμένος ο πατέρας του από την Μεγάλη Αναστάσοβα 
(καθώς ήταν πολεμικός - από τους Τούρκους, σε ηλικία 16 χρονών πολέμησε 
στην Πάρο με Ρώσικα στρατεύματα)[εκκρεμεί παραπομπή] βρήκε καταφύγιο 
στο νεοσύστατο τότε μικρό συνοικισμό του Λεονταρίου
σημερινό χωριό "Τουρκολέκα" Μεγαλόπολης. 
Εκεί γεννήθηκε ο γιος του Γιάννης (1805) και αδελφός του Νικηταρά 
όπου θανατώθηκε βάναυσα από τους Τούρκους το 1816 
μαζί με τον γερο-Σταματέλο στην Μονεμβασιά και αγιοποιήθηκε αργότερα 
από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως "Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας".
Το 1816, κατά τον ανηλεή διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου, 
ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους και ο Νικηταράς 
ακολούθησε τον θείο του Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα, όπου εντάχθηκε 
στα Ρωσικά τάγματα και μετέβη στην Ιταλία για να πολεμήσει 
κατά του στρατού του Ναπολέοντα.
 Στη συνέχεια επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους,
 οι οποίοι στο μεταξύ τα είχαν καταλάβει με τη συνθήκη του Τίλσιτ. 
Ήταν ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821.
 Συντηρούσε δικό του σώμα ενόπλων με άνδρες 
που προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Ελληνική Επανάσταση
Το σπίτι που ταμπουρώθηκε ο Νικηταράς στη Μάχη των Δολιανών, 
σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
Με την έκρηξη της Επανάστασης, πήρε μέρος στην πρώτη Μάχη που δόθηκε
 στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 24 Απριλίου του 1821
 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι).
 Μετέπειτα, στη Μάχη των Δολιανών, ο Νικηταράς που κρατούσε 
με 450 άντρες τα Άνω Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει χιλιάδες Τούρκους
 που επιτίθενται με πυροβολικό.
Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του εκείνη την ημέρα,
οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο.
 Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε 
με το θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς,
 και σε άλλες μάχες στην Στερεά Ελλάδα.

“Του Λεωνίδα το σπαθί,
Νικηταράς θα το φορεί”
Προτομή του Νικηταρά στο ρέμα του Τσάκωνα, 
εκεί όπου εξελίχθηκε η Μάχη των Δολιανών.
Συμμετείχε στην αντιμετώπιση του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. 
Όταν οι Έλληνες κατέστρεψαν τη στρατιά του Δράμαλη 
στα στενά των Δερβενακίων, ο Νικηταράς 
μαζί με τους Δημήτριο Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, είχε καταλάβει 
τη χαράδρα γύρω από τον Άγιο Σώστη, απ' όπου θα περνούσαν οι Τούρκοι, 
προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. 
Κατά τη διάρκεια της μάχης μάλιστα έσπασε τρία σπαθιά και όταν έσπασε
 το τελευταίο, το χέρι του έπαθε αγκύλωση και χρειάστηκε γιατρός 
για να του ανοίξει το χέρι και να βγάλει το σπαθί. 
Καθώς ο Δράμαλης υποχωρούσε προς το Άργος, ο Νικηταράς κατέλαβε 
την οχυρή θέση Αγιονόρι και σκότωσε πολλούς Τούρκους 
που προσπάθησαν να διαφύγουν μέσω αυτής. 
Συνετέλεσε στο να υποχωρήσει τελικά ο Δράμαλης, 
υφιστάμενος πανωλεθρία (26 - 28 Ιουλίου 1822).
Ο Νικηταράς πήρε μέρος σε πολλές ακόμη μάχες
 μέχρι που απελευθερώθηκε η χώρα.
ΠΗΓΗ

Μετά την απελευθέρωση διορίζεται υπασπιστής του Καποδίστρια. 
Επί Όθωνα κατηγορείται για συνωμοσία κατά του βασιλιά -«πληρώνει» 
την αντίθεση του στους Βαυαρούς και τον φόβο τους ότι μία ομάδα, η γνωστή 
ως «Φιλορθόδοξη Εταιρεία», στοχεύει στην άνοδο Ρώσου στον ελληνικό θρόνο.
Άλλωστε, το κατηγορητήριο αφορούσε και στον αδελφό
 του πρώτου Κυβερνήτη, Γεώργιο Καποδίστρια.

Κατόπιν της «απειλητικής επέμβασης του Μακρυγιάννη» ο Νικηταράς
 αποφυλακίζεται μετά από σχεδόν δύο χρόνια. 
Είναι όμως τυφλός -έπασχε από διαβήτη, χωρίς να το γνωρίζει, η υγεία του
 κλονίστηκε ανεπανόρθωτα κατά τη φυλάκιση- και λησμονημένος. 
Λέγεται ότι η μία του κόρη τρελάθηκε από θλίψη με τον εκτοπισμό 
και εγκλεισμό του πατέρα της. 
Ήταν γνωστό ότι στη φυλακή υπέστη 
βασανισμούς και εξευτελισμούς 
από τους δεσμοφύλακες.
Το 1843, όταν ο Όθωνας 
αναγκάζεται να δώσει σύνταγμα στην Ελλάδα, 
του απονέμεται ο βαθμός του υποστράτηγου 
μαζί με μία πενιχρή σύνταξη.

Το μοναδικό λάφυρο του από τον πόλεμο, ένα αδαμαντοστόλιστο, 
δαμασκηνό σπαθί -που συναγωνιστές του τον έπεισαν να πάρει- το είχε προσφέρει
 σε έρανο που είχε κάνει η προσωρινή κυβέρνηση της Ύδρας 
για να αρματώσει τον ελληνικό στόλο.