Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

Ωστόσο κάποιες μαρτυρούν κι ανθρώπων ιστορίες.

Οι πέτρες, έχουν να μας πουν αρχαίες ιστορίες
αποκαλύπτουν σκοτεινά συμβάντα, απ’ τους μύθους
αρκεί να μάθεις την γραφή που έχουν χαραγμένη
απάνω τους ή μέσα τους εκατομμύρια χρόνια.

Οι πέτρες έχουν και φωνή, ήχους εγκλωβισμένους
και φανερώνουν μυστικά που μύστες ξεκλειδώνουν
αλλά και κάποιοι ποιητές με θεϊκή μανία
αποκαλύπτουν γράφοντας κάποιες πτυχές αλήθειας.

Ωστόσο κάποιες μαρτυρούν κι ανθρώπων ιστορίες
που λάξευσαν ή έκτισαν μ αυτές τις ίδιες πέτρες. 
                                          Πάν Καρτσωνάκης

Ήμουν δυστυχισμένος που δεν είχα παπούτσια..........

Ήμουν δυστυχισμένος που δεν είχα παπούτσια
 μέχρι που είδα κάποιον που δεν είχε πόδια.
Μενέλαος Λουντέμης

Μεγάλη προσοχή. Απάτη με τράπεζες…

Το είδαμε στο FB και το μεταφέρουμε…
Προσοχή!(έγινε στην Καβάλα)
Με πήρε κάποιος που ήθελε να αγοράσει 230€ λάδι. 
Του έδωσα λογαριασμό να μου καταθέσει τα 230. Μετά από λίγο μου έστειλε 
αποδεικτικό κατάθεσης 2300€. Με πήρε σε πανικό ότι έκανε λάθος 
και να του επιστρέψω αμέσως τα χρήματα γιατί πρέπει να πληρώσει κάποιες 
υποχρεώσεις του. 
Φυσικά και αρνήθηκα να του τα επιστρέψω αφού δεν είχε
 μπει τίποτα στο λογαριασμό (θα φαινόταν η κατάθεση μετά από δύο μέρες).
 Συνέχιζε να με πιέζει να του τα καταθέσω πιο επιθετικά. 
Του είπα όταν μπουν τα χρήματα στο λογαριασμό μου ευχαρίστως. 
Μετά μου είπε ότι θα πάρει κάποιον γνωστό του 
από την τράπεζα μου την εθνική να επικοινωνήσει μαζί μου 
(στις 3 ώρα το μεσημέρι)! 
Μετά από 10 λεπτά μου ήρθε ως δια μαγείας ένα μήνυμα 
από την εθνική τράπεζα ότι έγινε κατάθεση στο λογαριασμό μου 2300€. 
Τσέκαρα το λογαριασμό μου κ φυσικά δεν είχε μπει τίποτα. 
Συνέχισε να τηλεφωνεί και να με πιέζει να του επιστρέψω τα χρήματα. 
Του είπα ότι ούτε καν έχω 2300 στο λογαριασμό μου 
και μου είπε να του βάλω ότι έχω ο θεούλης! 
Στο ενδιάμεσο επικοινώνησα με την ασφάλεια και με καθοδήγησε 
πως να το χειριστώ… 
Μου έστειλε πλαστό αποδεικτικό κατάθεσης και το πιο τρομακτικό είναι
 ότι αυτό το κύκλωμα μπορεί και στέλνει μήνυμα στο κινητό με ψεύτικα
 στοιχεία της τράπεζας που φαίνονται σαν αληθινά…
( είναι αντιγραφή επικόλληση). … 
Προσοχή διαβάστε το γιατί όσοι δεν έχετε την δυνατότητα να μπείτε άμεσα
 στο ίντερνετ banking πρέπει να απευθυνθείτε η στο ΑΤΜ για επαλήθευση
 η στο συνεργαζόμενο κατάστημα για επιβεβαίωση…

Κόρινθος: 18 φωτογραφίες από την κίνηση στην σημερινή Λαϊκή αγορά....


















Ο μεγαλύτερος μύθος στις μέρες μας είναι αυτός της δωρεάν Παιδείας.

Τέλος στην τζάμπα μαγκιά του πανεπιστημιακού κατεστημένου.
Ο μεγαλύτερος μύθος στις μέρες μας είναι αυτός της δωρεάν Παιδείας. 
Η Παιδεία δεν είναι δωρεάν, την πληρώνουμε με τους φόρους μας.
 Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μας κοστίζει και τι παίρνουμε πίσω
 ως κοινωνία από αυτή την «επένδυση». 
Θα έλεγε κανείς ότι οι καθηγητές των πανεπιστημίων θα απαντούσαν
 σε μία ανάλογη ερώτηση για έναν άλλο χώρο ως εξής! 
Κάντε μία έρευνα για να τα μετρήσουμε. 
Νομίζω ότι θα συμφωνούσε και η κυρία Κεραμέως.

Δίνουμε χρήματα για να λειτουργήσουν τα πανεπιστήμια. 
Τα χρήματα τα παίρνουν για έναν σκοπό.
 Εξυπηρετείται αυτός ο σκοπός ή τελικά οι κοινωνικοί πόροι που διαχειρίζεται
 το πανεπιστήμιο σπαταλούνται; 
Αξιολογείται με κάποιον τρόπο το έργο των πανεπιστημίων; 
Τα πτυχία τους; 
Έχουν την αξία που αντιπροσωπεύει το ποσό που δαπανήθηκε;

Η αντίδραση των Πρυτάνεων στις προτάσεις του υπουργείου Παιδείας
 για τον αριθμό των εισακτέων και για την τήρηση της τάξης στα πανεπιστήμια, 
έδειξε ότι υπάρχει ένας παραλογισμός σε όλη αυτή την ιστορία. 
Οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι δεν διαμαρτυρήθηκαν, δεν κατέβηκαν
 στους δρόμους, όταν η αριστερά και ο ΓΑΠ δεν θέλησαν να επιτρέψουν
 τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Θέλησαν να εξακολουθήσουν να έχουν το μονοπώλιο. 
Επίσης, δεν έκαναν προτάσεις και δεν προσπάθησαν να εξασφαλίσουν πόρους 
από φοιτητές από το εξωτερικό. 
Μπορεί η Κύπρος να έχει δημιουργήσει μία «βιομηχανία» με τα πανεπιστήμιά της, 
αλλά οι Έλληνες πανεπιστημιακοί δεν το θεωρούν σημαντικό. 
Δεν έχουν λόγο να προσπαθήσουν να βρουν έσοδα, αφού αυτά τους τα προσφέρουν
 οι φορολογούμενοι και χωρίς μάλιστα να ζητούν λογαριασμό.

Μία πραγματική μεταρρύθμιση είναι να συνδεθεί η χρηματοδότηση
 των πανεπιστημίων με τα αποτελέσματά του.
 Να χάνει λεφτά για κάθε αιώνιο φοιτητή του, για κάθε κακή αξιολόγηση. 
Και να κερδίζει χρήματα κάθε φορά που ξεπερνάει τις νόρμες 
που θα του έχουν θέσει οι χρηματοδότες του. 
Δηλαδή εμείς! 
Κι αν θέλει περισσότερα χρήματα, ας τα αναζητήσει σε συνεργασίες 
με τον ιδιωτικό τομέα. 
Ας κάνουν, τέλος πάντων ότι κάνουν όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου
Μπορεί στην Ελλάδα το «σύστημα» που έχει δημιουργηθεί όλα τα χρόνια 
να έχει ανακαλύψει μία πατέντα ευημερίας, αλλά αυτή η πατέντα
 απαιτεί χρήματα που δεν υπάρχουν. 
Κι όσα υπάρχουν πρέπει να αξιοποιηθούν με τον σωστό τρόπο. 
Αυτό που αναζητείται δεν είναι ένα τέλος στην «δωρεάν παιδεία», αλλά ένα
 πραγματικό τέλος στην τζάμπα μαγκιά του πανεπιστημιακού κατεστημένου.  
Θανάσης Μαυρίδης
thanasis.mavridis@liberal.gr 

Από τον Δίολκο στη Διώρυγα. Καθρέφτης στον Xρόνο E1

( Παραγωγή COSMOTE TV )
Τα μεγάλα τεχνικά έργα στα τέλη του 19ου 
και τις αρχές του 20ού αιώνα μεταμόρφωσαν την Ελλάδα 
και σήμαναν την είσοδο της στη σύγχρονη εποχή. 
Μια αναδρομή στην ιστορία του σχεδιασμού
 και της κατασκευής τους.

Η κατασκευή του Διόλκου ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας της αδυναμίας
 να διανοιχθεί η διώρυγα και λειτούργησε ως υποκατάστατο, 
ως ένα είδος προδρόμου της. 
Οι πρώτες απόπειρες χρονολογούνται επί εποχής 
του τυράννου της Κορίνθου, Περιάνδρου (625-575 π.Χ.).
 Ήταν ο πρώτος, που σχεδίασε την εκτέλεση τομής του Ισθμού. 
Την εποχή αυτή το εμπόριο και η ναυτιλία είχε αναπτυχθεί 
σε Ανατολή και Δύση και τα κορινθιακά προϊόντα έφταναν
 σ’ όλο το γνωστό τότε κόσμο.
 Οι αποικίες οι οποίες ιδρύθηκαν προσέφεραν ασφάλεια και σιγουριά
 στα ταξίδια και προσέδωσαν ισχύ στην πόλη. 
Έτσι η Κόρινθος της εποχής του Περιάνδρου 
ήταν το κέντρο του Ελληνισμού.

Οι δυο μεγάλοι λιμένες της Κορίνθου, το Λέχαιο στον Κορινθιακό κόλπο
 και οι Κεγχρεές στον Σαρωνικό, εξασφάλιζαν τη διακίνηση ανθρώπων,
 αγαθών και ιδεών σε Δύση και Ανατολή. 
Μικρότεροι λιμένες και εμπορικοί σταθμοί υπήρχαν κατά μήκος 
της ακτογραμμής και των δυο κόλπων.
Το Λέχαιο και οι Κεγχρεές συνδέονταν με τον Δίολκο, αποτελώντας έτσι 
μία ενότητα λειτουργική, οικονομική και στρατιωτική.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΧΑΡΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΔΙΩΡΥΓΑΣ:
Ἡ ὀρυχὴ τοῦ Ἰσθμοῦ, καὶ σοί, Μουσώνιε, 
διὰ χειρός, ὡς φάσι, γεγονυῖα τῷ τυράννῳ νοῦν εἶχε Ἕλληνα 
(Φιλόστρατος, Νέρων §636) –
 Στη διάνοιξη του Ισθμού, Μουσώνιε, έβαλες και συ το χέρι σου, όπως λένε, 
και έγινε απ’ τον τύραννο, όμως ήταν ελληνική σκέψη.

Για τη χάραξη της διώρυγας προτάθηκαν τρεις λύσεις:
Η 1η λύση: με μήκος L = 6.342,0 μέτρα και ύψος 73,0 μέτρα, θα απαιτούσε
 εκχωματώσεις συνολικού όγκου V = 7.800.000 μ3, κατά τους υπολογισμούς
 της μελέτης. Αυτή η χάραξη, σε ευθεία γραμμή,
 θα ακολουθούσε το ίχνος της τομής του Νέρωνα.

Η 2η λύση: με μήκος L = 6.740,0 μέτρα και ύψος Η = 73,0 μέτρα,
 θα απαιτούσε εκχωματώσεις συνολικού όγκου V= 9.186.000 μ3. 
Η χάραξη αυτή θα ακολουθούσε τις δυο κοιλάδες, οι οποίες περιτριγυρίζουν 
το ύψωμα του Ισθμού και θα είχε 9 καμπύλα τμήματα, 
με μεγάλες ακτίνες καμπυλότητας.

Η 3η λύση: με μήκος L = 11,0 χιλ., ύψος Η = 70,0 μέτρα, θα απαιτούσε
 εκχωματώσεις όγκου V= 12.424.000 μ3, θα άρχιζε από τις Κεγχρεές,
 το αρχαίο λιμάνι της Κορίνθου στο Σαρωνικό κόλπο. 
Θα κατέληγε στη θάλασσα νότια της Κορίνθου, 
αφού θα διέσχιζε πολλά φαράγγια. 
Αυτή η χάραξη θα είχε πολλά καμπύλα τμήματα.

Επιλέχθηκε τελικά η πρώτη λύση, η ευθεία γραμμή στο ίχνος 
της παλαιάς τομής του Νέρωνα. Αυτή είναι και η συντομότερη διαδρομή 
από κόλπο σε κόλπο.

Για τη συνάντηση της τομής με τον Δίολκο, δεν αναφέρεται τίποτε σχετικώς
 στο ημερολόγιο εργασιών του έργου. 
Δεν υπάρχει επίσης αναφορά του μηχανικού Gerster, ο οποίος επέβλεπε
 το έργο και έκανε σχετικές δημοσιεύσεις γι’ αυτό (BCH VIII, 1884).

CHOOSING THE ROUTE FOR DIGGING THE CANAL:

“You too, Musonius, put your hand, as they say, into the digging of the canal, 
and this happened under the tyrant [Nero], but it was a Greek idea”.
 (Philostrates, Nero §636)

Three possible solutions were proposed for the cutting of the Corinth Canal:

1st Solution: with a length L=6,342m and a height H=73.0m, requiring
 the excavation of a total mass V=7,800,000m³, according 
to the calculations of the preliminary study.
 This cutting along a straight line would have followed the track of Nero’s dig.

2nd Solution: with L=6,740m and H=73.0m, requiring excavation 
of a total V=9,186,000m³. This cutting would have followed the two valleys
 that surround the heights of the Isthmus, and would have had
 nine curved segments with curvature of large radius.

3rd Solution: L=11,000m, H=70.0m, total V=12,424,000m³, starting
 at Kechrees, Corinth’s port on the Saronic Gulf. It would have ended 
at the sea south of Corinth, since it would have cut across many gullies. 
This route would have had many curved sections.

In the end, the first solution was chosen: the straight line cut along
 the line of Nero’s old trench. This is also the shortest, 
most direct route from gulf to gulf.

The work diary of the digging operation says nothing about the intersections 
of the trench cut with the Diolkos. 
There are likewise no references by the engineer Gerster, 
who superintended the work and published comments on it (BCH VIII, 1884).
Δρ. Απόστολος Ε. Παπαφωτίου
Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π.
Οικονομολόγος Ε.Κ.Π.Α.

Κόρινθος: Πηγαίνοντας για την λαϊκή αγορά της πόλης. (4 φωτογραφίες)

Μας έγραψε η φίλη και αναγνώστρια του Blog μας
 που μας έστειλε αυτές τις φωτογραφίες.
Πηγαίνοντας για την λαϊκή αγορά της πόλης 
και πίσω από το σχολείο της Γ. Παπανδρέου
(2 Δημοτικό σχολείο) επί της Περιάνδρου υπάρχει 
αυτή η κατάσταση.
Δικό μας σχόλιο:
Αυτό το σύνθημα, στον τοίχο, όπως και αρκετά άλλα 
υπάρχει πάρα πολύ καιρό και φυσικά μάλλον 
προβλέπεται να υπάρχει για πολύν καιρό ακόμη. 


Από τον Μπάιρον της Ελλάδας και του κόσμου: “Η κατάρα της Αθηνάς”.

BYRON, Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η κατάρα της Αθηνάς (The Curse of Minerva), 
μία από τις νεανικές ποιητικές δημιουργίες του φιλέλληνα ποιητή 
λόρδου Μπάυρον, παραμένει λησμονημένη και σχεδόν άγνωστη. 
Το ποίημα αυτό γράφηκε τον Μάρτιο του 1811 στην Αθήνα,
 κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού
 τού 23χρονου ποιητή στην Ελλάδα. 
Ένα αττικό δειλινό λοιπόν ο Μπάυρον, όπως θα έκανε και κάθε ξένος 
περιηγητής στον τόπο μας, ανέβηκε προσκυνητής στον ιερό βράχο 
για να θαυμάσει το αρχαίο κάλλος, αλλά έφριξε από αγανάκτηση
 και περιέπεσε σε θλίψη, όταν αντίκρισε καταστρεμμένο
 και λεηλατημένο το ναό της Αθηνάς και την Καρυάτιδα
 να λείπει από τη θέση της. 
Ήταν νωπή ακόμα η ιεροσυλία που είχε διαπράξει
 ο Σκωτσέζος λόρδος ‘Ελγιν.

Ο αρχαιοκάπηλος αυτός ευπατρίδης, τον καιρό που ήταν έκτακτος 
πρεσβευτής της Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη (1799-1803),
 κατάφερε να αποσπάσει ειδικό φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη,
 που επέτρεπε στους ανθρώπους του να ανεβοκατεβαίνουν
 ανενόχλητοι στην Ακρόπολη και να αρπάζουν ό,τι έργο τέχνης
 της αρχαιότητας είχε απομείνει ακόμα από τις κατά καιρούς 
επιδρομές των βαρβάρων. 
Έφτασε μάλιστα στο σημείο ο ‘Ελγιν να εγκαταστήσει
 και σκαλωσιές ακόμα γύρω από τον Παρθενώνα
 και με συνεργείο εργατών ξεκόλλησε πολλά αγάλματα του αετώματος
 και ολόκληρες ανάγλυφες παραστάσεις από τις μετόπες του!
 Αυτά καθώς και άλλα έργα τέχνης, αγγεία και ευρήματα
 από διάφορες αρχαιολογικές περιοχές της Ελλάδας, άλλα κλεμμένα
 και άλλα αγορασμένα αντί πινακίου φακής, φορτώνοντάς τα σε καράβι,
 ο Έλγιν τα έστειλε κατά διαστήματα στο Λονδίνο, 
όπου και δημιούργησε την πιο πλούσια ιδιωτική αρχαιολογική συλλογή. 
Υπολογίζεται ότι συνολικά είχε στείλει 253 τεμάχια αρχαιολογικής αξίας.
 Αργότερα, όταν ο λόρδος πτώχευσε, αναγκάστηκε να βγάλει 
στο σφυρί τη συλλογή του, που την αγόρασε το κράτος 
για το Βρετανικό Μουσείο, όπου πολλά τεμάχιά της 
βρίσκονται και σήμερα.

Με τη δικαιολογία ότι τα αρχαία γλυπτά κινδύνευαν να καταστραφούν, 
αλλά στην ουσία για να ικανοποιήσει το πάθος της αρχαιοκαπηλίας του,
 ο Έλγιν απογύμνωσε πραγματικά και άλλους αρχαιολογικούς τόπους,
 διενεργώντας και ανασκαφές ακόμα, και έφτασε έτσι να γίνει
 όχι μόνο συλητής αλλά και τυμβωρύχος. 
Τέτοια μάλιστα ήταν η ματαιοδοξία και η αυθάδεια 
του Σκωτσέζου λόρδου, ώστε σε ένα σημείο της δυτικής πλευράς 
του Παρθενώνα, μετά τη λεηλασία, χάραξε τόσο το όνομά του 
όσο και της γυναίκας του! 
Αργότερα, ξένος περιηγητής προσέθεσε κάτω από τα ονόματα 
το εξής χαρακτηριστικό επίγραμμα στα Λατινικά:
‘Ο,τι δεν έκαναν οι Γότθοι, το έκαναν οι Σκώτοι.
Παρακινημένος λοιπόν από ιερή αγανάκτηση ο νεαρός ρομαντικός 
ποιητής για τη βέβηλη πράξη της αρπαγής των μαρμάρινων
 έργων τέχνης, έγραψε την Κατάρα τηςΑθηνάς, σαν μια κραυγή
 διαμαρτυρίας και μομφής εναντίον του ανοσιουργήματος. Στο ποίημα 
αυτό δίνεται η ευκαιρία στον Μπάυρον να εκφράσει 
την αρχαιολατρία του και, παράλληλα, δια του στόματος 
της θεάς Αθηνάς, να αξαπολύσει το δριμύ κατηγορητήριό του
 και την καυστική του σάτιρα εναντίον του ιερόσυλου ‘Ελγιν 
και εναντίον της πατρίδας του Σκωτίας, της «χώρας του σκότους», 
όπως την αποκαλεί.

Η αλήθεια είναι ότι με τη Σκωτία ο Μπάυρον είχε παλιούς λογαριασμούς. 
Οι κριτικοί τηςΕπιθεώρησης το υ Εδιμβούργου τον είχαν πικράνει,
 όταν στα πρώτα ποιητικά του φτερουγίσματα υπήρξαν επικριτικοί. 
Τους είχε βέβαια απαντήσει με το σατιρικό του ποίημα Άγγλοι βάρδοι 
και Σκωτσέζοι κριτικοί, αλλά τώρα του δινόταν η ευκαιρία 
να τους περιποιηθεί για μια φορά ακόμα.

Αργότερα, στο β’ άσμα του βαθύτατα ρομαντικού ποιήματός του 
Ταξίδι προσκυνήματος του Τσάιλντ Χάρολντ (1812), 
θα στιγματίσει και πάλι την ιεροσυλία του ‘Ελγιν με τα λόγια:
 «Ακόμα και τα κύματα αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι 
της ιεροσυλίας του», εννοώντας το ναυάγιο του πλοίου Μέντωρ
 του ‘Ελγιν, που, ενώ έπλεε για το Λονδίνο φορτωμένο με αγάλματα,
 καταποντίστηκε κοντά στα Κύθηρα.

Την Κατάρα της Αθηνάς τη χαρακτηρίζουν πολλά στοιχεία 
της αρχαίας ελληνικής ποίησης, ένδειξη της κλασικής παιδείας
 που είχε ο Μπάυρον.
 Η ποιητική αυτή σύνθεση είναι γραμμένη σε διαλογική μορφή 
μεταξύ της θεάς Παλλάδας και του ποιητή. 
Ο διάλογος αυτός έγινε πάνω στην Ακρόπολη το βράδυ εκείνο 
που ο ποιητής ανέβηκε προσκυνητής στον ιερό βράχο. 
Τότε η ίδια η Αθηνά παρουσιάζεται σαν όραμα μπροστά του 
και ανάμεσά τους αρχίζει μια στιχομυθία που τη διακρίνει 
έντονη δραματικότητα και ξέχειλος λυρισμός. 
Το ποίημα στο σύνολό του αποτελείται από 312 στίχους 
από τους οποίους μεταφράζονται εδώ μόνο οι πρώτοι 206. 
Οι υπόλοιποι είναι άσχετοι με την Ελλάδα.

Εκτός από τον Μπάυρον, την αντίθεσή τους για τη βέβηλη πράξη
 του ‘Ελγιν είχαν εκφράσει τόσo ο φίλος και συνταξιδιώτης 
του Ηοbhouse, όσο και οι περιηγητές Dodwell, Douglas και Clark.
 Αργότερα, υποστηρίζοντας την επιστροφή των μαρμάρων 
του Παρθενώνα, ύψωσε τη φωνή του και ο Καβάφης, που το 1890 
δημοσίευσε άρθρο στην αγγλική γλώσσα σε περιοδικό 
της Αλεξάνδρειας, με αφορμή την αρνητική στάση του Κnoles, 
διευθυντή έγκυρου βρετανικού περιοδικού.

Ενώ η Ελλάδα δεν έπαψε να διεκδικεί την επιστροφή
 των ακρωτηριασμένων αυτών μελών της πολιτιστικής 
κληρονομιάς της, το ζήτημα εκκρεμεί ακόμα.
Π. Κ.

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
(The Curse of Minerva)

Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι σαν εκεί στις χώρες του Βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’ απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τ’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τί θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν, πού ’παιρνε και την πνοή του.
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
είν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Μα θλιμμένο είν’ το φως του στα αγωνιώδη μάτια
και ο λόφος είναι μαύρος που χαρά ήταν γεμάτος,
στην αγαπημένη χώρα σαν να έχυνε σκοτάδι
’κει όπου ποτέ ο Φοίβος δεν φανέρωσε μαυράδι.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γύρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά νά, στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’ του Υμηττού το ύψος, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα,
παίζουνε με την κορνίζα οι ολόλαμπρες αχτίδες·
στην ολόλευκη κολόνα τα φιλιά της στέλνει τώρα
η σελήνη, με το φως της π’ ολοένα τρεμοπαίζει
στου τζαμιού τον πύργο όλο μα τον κάνει και να λάμπει
το σημάδι του και γύρω να αστράφτουνε οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί εκεί τριγύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μεσ’ στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Όπως έτσι στης Παλλάδας το ναό βρισκόμουν μόνος,
και τις ομορφιές κοιτούσα, στο μαγευτικό ακρογιάλι
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία,
κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τ’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μεσ’ στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή. Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τ’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό, καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ευγενές ακόμα,
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; – ιδέ τριγύρω σου και ’μπρος.
Νά, εγώ είδα πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Τούρκου και Γότθων αντάμα γλίτωσα ’γω το κακό,
μα η χώρα σου μου στέλνει έναν κλέφτη πιο τρανό.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει, –
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
τ’ όνομα το μισητό του πάει και στον ναό μου γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του!
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
είν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Ο Αλάριχος τα πάντα είχε άγρια καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο Έλγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος ;
Το ’κανε, όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λέοντα ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει!
Τ’ όνομά του μ’ ένα άλλο τον ναό μου τον λερώνει,
κάποια αμοιβή η Παλλάδα ν’ απαιτήσει αξιώνει
και το φως της να το ρίξει η Αφροδίτη πια θυμώνει!»
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
«Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν Βρετανός που είμαι, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία, Αθηνά! Απ’ τη Σκωτία
ήτανε ο συλητής σου. – Κοίταξε τη Βοιωτία
από της Φυλής τους λόφους τους ωραίους κοίτα γύρω,
του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
Και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της Σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
που τα σπέρματά της είναι όλα περιορισμένα
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
χώρα τσιγκουνιάς κι ομίχλης αλλά και της σοφιστείας,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σαν ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους εφευρίσκουν τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο στον βορρά δεν πάνε,
κέρδη να ’βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει η νωθρή η Βοιωτία,
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η κόρη η γαλανομάτα,
στις ακτές της χώρας σου φέρε τούτα τα μαντάτα:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τα λόγια της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τ’ άλλα θα λεχθούν από τον χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του με λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει – τί ντροπή και τί απάτη! –
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα βρεθεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το «μαρμαράδικό» του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν
πλήθη γύρω απ’ την πύλη, τόσα που δεν είδαν άλλοι,
θα γουρλώνουνε τα μάτια με κατάπληξη μεγάλη
και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
‘Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε τέλειοι άντρες!’
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν μοιάζει του Ηρακλή!
Και στο τέλος, μεσ’ στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος,
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος!
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σε ’κείνου θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα κι απ’ τον τάφο του να πάει
Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν σε σελίδες παραμένουν
που είναι στιγματισμένες και με στίχους όπου καίνε·
έτσι πάντα είναι γραμμένοι και οι δυό καταραμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει…»
© 2018 Μετάφραση: Πάνος Καραγιώργος
Με λουλούδια και κλαδιά ελιάς, φίλοι της ποίησης του Λόρδου Βύρωνα, 
μέλη του Συνδέσμου Μπάιρον, αλλά και κάτοικοι της ομώνυμης 
συνοικίας της Αθήνας, τίμησαν στην πλατεία Αγίου Λαζάρου την φετινή
 ημέρα γέννησης του ποιητή, σε μια χρονιά που συμπίπτει με τα 200 χρόνια 
από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Κατά τη λιτή εκδήλωση, στεφάνι στην προτομή του ποιητή κατέθεσε 
ο δήμαρχος Βύρωνα, Γρηγόρης Κατωπόδης 
και ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μπάιρον, Πάνος Τριγάζης, με την κορδέλα 
στο στεφάνι να γράφει “Στον Μπάιρον της Ελλάδας και του κόσμου”. 
Κεντρικό σύνθημα στην εκδήλωση, τυπωμένο σε πανό στα αγγλικά, 
ήταν το “Free the Parthenon marbles”
 (“Ελευθερώστε τα γλυπτά του Παρθενώνα”) – μια καταδίκη της αρπαγής
 των πολιτιστικών αγαθών της αρχαίας Ελλάδας, που ξεκίνησε
 από το ποιητικό έργο του Λόρδου Βύρωνα “Η κατάρα της Αθηνάς”.