Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Γλέντια, γιορτές, συνάθροιση, όπως προτού πεθάνουν!

Στο σπίτι όταν άναβε, η μάνα μου καντήλι
πρώτα-πρώτα τ’ άλλαζε το χθεσινό φυτίλι
ύστερα θα καθάριζε τα λάδια στο ποτήρι
κι απ το καλό, του φαγητού, έβαζε λαδωτήρι! 

Τέλος το ακούμπαγε, αφού το ‘χε ανάψει 
μέσα σε πιάτο με νερό κι όχι να μη μας κάψει,
αλλά σαν έλθουν οι ψυχές, μου έλεγε, το βράδυ
με το νερό δεν καίγονται σαν πίνουνε το λάδι!

Είναι ψυχές, μου έλεγε, προγονικές που κάνουν
γλέντια, γιορτές, συνάθροιση, όπως προτού πεθάνουν!
                                  Πάν Καρτσωνάκης

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Του Έλληνα κληρονομιά το βιός και το χωράφι.

Η θάλασσα, το βάλσαμο, το παιδικό παιχνίδι
η μάνα μας, το γιατρικό, ο δρόμος για ταξίδι.
Του Έλληνα κληρονομιά το βιός και το χωράφι
που του προσφέρει τ΄ αγαθά, του Μίδα το χρυσάφι.

Την αγαπά, την θάλασσα, σαν να ναι ερωμένη
που του προσέφερε χαρά μα και συχνά πικραίνει.
Αλλάζει εύκολα μορφή, διάθεση και μπόι,
κι από γλυκιά και ήρεμη, σαν το θεριό τον τρώει.

Τη θάλασσα ο Έλληνας την έχει τραγουδήσει
και μακριά της για καιρό "τρελαίνεται" αν ζήσει.
                                 Πάν Καρτσωνάκης

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Δεν γίνεται καλύτερος, χειρότερος μου μοιάζει.

Ζούσα σε κόσμους ψεύτικους κι έτσι με ξεγελούσα 
πως θα αλλάξει σύντομα ο κόσμος κι έτσι ζούσα
κι όμως τα χρόνια πέρασαν κι ο κόσμος δεν αλλάζει
δεν γίνεται καλύτερος, χειρότερος μου μοιάζει.

Να ζει σε κόσμους μαγικούς άρεσε στο μυαλό μου
κι έτσι συχνά δραπέτευε μέσα στο όνειρό μου
σε κάποιες άλλες εποχές και πίστευε πως ζούσε
σε ιστορίες, ήρωας που πάντοτε νικούσε.

Ακόμη κι όταν κίνδυνος σαν απειλή ερχόταν
ξυπνούσα κι έτσι γλίτωνα, τόσο απλά γινόταν. 
                               Πάν Καρτσωνάκης

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Όχι δεν έφυγαν ποτέ από τη χώρα τους.

Διόλου δεν έφυγαν.
 Αναπνέουν ακόμη εδώ.
 Σαν τα λουλούδια την Άνοιξη.
Υπάρχει το άρωμά τους.
Αγριολούλουδα που επιμένουν.

Τι και αν ρήμαξαν τα σπίτια τους,
 βεβήλωσαν τα ιερά τους,
έσπασαν τ αγάλματα με τη μορφή τους,
κι έκαψαν τα γραφτά τους.
Υπάρχουν ακόμη εδώ!

Γκρέμισαν κι έφεραν στο έδαφος
τους ιερούς ναούς τους.
 Ξερίζωσαν τη θύμισή τους;

Όχι δεν έφυγαν ποτέ από τη χώρα τους.
Υπάρχουν πάντοτε στη γη που τους ξεγέννησε.

Διόλου δεν έφυγαν κυνηγημένοι.
Αναπνέουν ακόμη.

Το άρωμά τους υπάρχει ακόμη εδώ.
 Όσες γενιές και να περάσουν.
   Πάν Καρτσωνάκης

 They never left.
They still breathe in here.
 Like the flowers in springtime.
Their perfume exists.
Wildflowers that persist.

What if their temples are ravaged,
their sacred places are desecrated,
 their statues are broken
and their writings are burned .
They are still here!

Their sacred temples were destroyed and demolished.
But their remembrance was not washed out?

No, they never left their homeland.
There are always in the soil that once gave them birth.

They still breathe.
Their scent is still around us
and it will remain here
 for as many generations will pass through.
Pan Kartsonakis
Έχουν μνήμες οι πέτρες.
Των κεραμικών τα όστρακα
και των μαρμάρινων γλυπτών τα θραύσματα
                   λένε ιστορίες.
Έχουν οξειδωθεί με αναμνήσεις
και οι αιώνες έχουν, επάνω τους, σταλάξει ιστορίες 
    που κανείς, σωστά, δεν μπορεί να διαβάσει
       παρεκτός ποιητές και αλαφροΐσκιωτοι
          σαλιγκάρια και  πεταλούδες
          κανένας άλλος καλλίτερα.

         Έχουν μνήμες οι πέτρες ... ...
         Έτσι όπως και τα κύτταρα.
             Καρτσωνάκης Πάν 2009
The stones can recall. 
The ceramic sherds and the pieces
 of the marble sculptures, 
have stories to tell.
 They’ve been oxidized with memories 
and the centuries 
have dripped on them stories
 that no one can read, 
in the right way, 
except the poets and the “moonstrucked”, 
the snails and the butterflies… 
nobody else could. 
Stones can recall. . . . . . . . . 
Like bodycells do, 
the same way.
 Kartsonakis Pan 2009


Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

'Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του

Και τι είναι τελικά το Ποίημα; 
'Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του 
ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου.
 Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα 
που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο 
από την ίδια τη ζωή.

Έχω γράψει τούτο το χαϊ-κου:
'Ολοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής 
ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής.
Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, 
είτε τον πάει στον Ουρανό, 
είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, 
αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.

Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή 
δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. 
Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει
 κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. 
'Οπως ο έρωτας κρύβει αυτό 
που μας κάνει ερωτευμένους.

Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; 
'Η μήπως πράξη απόγνωσης; 
'Η μήπως και τα δύο; 
Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης.
 Γιώργης Παυλόπουλος

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Πριν πολλά χρόνια, στο "Καλό Νερό" με τις Καρέτα-Καρέτα. (6 φωτογραφίες)




H θαλάσσια χελώνα Καρέτα (caretta caretta)
εμφανίστηκε στη γη πριν από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια 
και αποτελεί μια από τις πιο επιτυχημένες μορφές ζωής
 στην ιστορία του πλανήτη μας.
Είναι το μόνο είδος θαλάσσιας χελώνας που αναπαράγεται στην Ελλάδα.
Για πρώτη φορά εδώ και εκατομμύρια χρόνια, 
η Καρέτα - καρέτα  απειλείται με εξαφάνιση.
Ο κύκλος της ζωής της εξαρτάται απόλυτα από τη στεριά, για τη διαιώνισή της,
αφού εκεί ολοκληρώνεται ο βιολογικός της κύκλος.
Ξεκινά με την ωοτοκία (επιστρέφουν κάθε δύο χρόνια στον τόπο, όπου γεννήθηκαν
 οι ίδιες, για να εναποθέσουν τα αβγά τους) και την εκκόλαψη που διαρκεί
 δύο μήνες και οι νεοσσοί,
περίπου 100 σε κάθε φωλιά, έχουν μήκος πέντε εκατοστά και ζυγίζουν 17 γραμμάρια.
Μόλις εκκολαφθούν, ανεβαίνουν όλοι μαζί στην επιφάνεια της άμμου
 και τρέχουν αμέσως προς την θάλασσα.
Αυτό το πρώτο ταξίδι είναι το σημαντικότερο της ζωής τους,
 γιατί βοηθά τα χελωνάκια να προσανατολιστούν και να μπορέσουν να ξαναγυρίσουν
 στον ίδιο τόπο μερικές δεκαετίες αργότερα.
Οι νεοσσοί έχουν να αντιμετωπίσουν πολλούς φυσικούς εχθρούς
αλλά και όχι μόνο.
Τέλος, κάποιες χελώνες τραυματίζονται, μερικές φορές θανάσιμα, από ταχύπλοα σκάφη
που πλέουν κοντά στις παραλίες ωοτοκίας.
Πάντως, στην παραλία Καλάμια της Κορίνθου είχε χρόνια να εμφανιστεί θαλάσσια 
χελώνα έστω και νεκρή και πολλοί αμφισβητούσαν το γεγονός ότι το είδος αυτό
ζούσε  στα νερά μας.
Οι παλιοί Κορίνθιοι πάντως μου έχουν διηγηθεί ότι 
κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής
η χελώνα γεννούσε ακόμη τα αυγά της στην άμμο
 της παραλίας Καλάμια. 
Λένε ακόμη πως, για τους  Ιταλούς, τα αυγά της
 ήταν εξαιρετικά εύγευστο έδεσμα.
ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΕΔΩ
Σύμπτωση είναι η ζωή σε τούτον τον πλανήτη
το είδος το ανθρώπινο υπάρχει από τύχη.
Αλήθεια τo φαντάζεστε, την Γη δίχως ανθρώπους
μα περισσότερο χωρίς και τον πολιτισμό τους;

Αν είχε η εξέλιξη άλλη πορεία πάρει
και το μυαλό, οι άνθρωποι,  δεν είχαν αναπτύξει
μα σαν ζωάκια στις σπηλιές αν είχαν επιζήσει
με μόνο άναρθρες κραυγές αν επικοινωνούσαν….

Μα επιβίωσαν σαφώς και σήμερα κομπάζουν
πως και τη γη τώρα μπορούν, να την εξαφανίσουν.
                                 Πάν Καρτσωνάκης

Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

Αποκαλύπτοντας το γυμνό μου σώμα.

Ζωγράφισα με γράμματα
κι όλα τα χρώματα της γης
πλάθοντας έναν κόσμο
με λέξεις, όνειρα κι επιθυμίες.

Σε προσκάλεσα να ζήσουμε εκεί
κοιτάζοντας  τη θάλασσα,
τον ουρανό, τους γλάρους
ηλιοβασιλέματα και χαραυγές
έως το τέλος του χρόνου.
Κανείς να μην υπάρχει
 άλλος στον κόσμο μας
παρεκτός οι φίλοι μας.

Ένα κόσμο χάρτινο
 που να τον αντιλαμβάνονται
μόνο όσοι μας αγαπούν και αγαπάμε.
Ένας κόσμος σα νησί που ταξιδεύει
στην απεραντοσύνη του χρόνου.
Ένας κόσμος δίχως θάνατο
δίχως χθες και αύριο
Ένας κόσμος  που να υπάρχει μόνο το τώρα.
Ένας κόσμος του παρόντος……

Μοιράστηκα τα όνειρά μου μαζί σου
και γέλασες.
Αυτά είναι παιδιάστικες φαντασίες
και ποιητικές ουτοπίες,
μου είπες,
αλλά τελικά δέχτηκες.

Από τότε όμως κάθε νύχτα
μου τραβάς τα σκεπάσματα
αποκαλύπτοντας το γυμνό μου σώμα.
Πάν Καρτσωνάκης


Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Το μόνο λευκό που είναι λεύτερο, είναι το σύννεφο.

Τον Φάνη τον ήξερα από παιδί.
Ποτέ όμως δεν είχαμε κάνει παρέα.
Ίσως γιατί ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος σε ηλικία.
Εκεί, μετά το Γυμνάσιο, τον έχασα.
Αυτό όμως μέχρι το 1999 που ξαφνικά τον ξαναείδα.
Στην αρχή δεν τον αναγνώρισα.
Αυτός με θυμήθηκε πρώτος.
Τον συνάντησα σε μια απόμερη παραλία, 
λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη που μένω.
Μια παραλία που μόνο αν χάσεις τον δρόμο σου
 μπορείς να βρεθείς.
Είχε χτίσει μια καλύβα, πάνω στα ερείπια 
κάποιου παλιού σπιτιού 
(του πατρικού του, όπως μου εξήγησε αργότερα),
 από το οποίο και το μόνο που είχε απομείνει όρθιο
 ήταν ο ένας τοίχος.
Πάνω σαυτόν τον τοίχο, είχε στηρίξει 
την όλη του κατασκευή που περισσότερο 
έδειχνε με αποθήκη.
Ήταν όμως ένα σπίτι, το καλύτερο που είχα ποτέ,
 μου έλεγε συχνά ο Φάνης.
Για χρόνια ταξίδεψα στα καράβια.
Προσπάθησα να μείνω και να δουλέψω 
στην Αμερική αλλά τζίφος.
Μας είχαν σε ένα υπόγειο και δουλεύαμε, 
σκλάβοι στην ουσία, για λογαριασμό 
του Έλληνα που μας έκρυβε.
Ανασφάλιστος και με μεροκάματο της πλάκας.
Ούτε τη γλώσσα φυσικά μπορούσα να μάθω, 
αφού στην ουσία μόνο με Έλληνες ερχόμουν σε επαφή.
Στη δούλεψη άλλων μια ζωή 
και ξένος ανάμεσα σε ξένους.
Ποτέ δεν είχα, κάτι δικό μου.
Κάτι να με κρατάει, μόνο το όνειρο είχα.
Τα χρόνια όμως περνούσαν.
Στο τέλος, απελπίστηκα, χάθηκε και το όνειρο,
 πήγα και παραδόθηκα μόνος μου.
Αλλά το όνειρο, στην ουσία, ποτέ δεν είχε χαθεί, 
μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι 
και δείχνοντας με το χέρι του ένα γύρω.
Γύρισα πίσω, εδώ ακριβώς που κάποτε, 
αυτός ο τόπος με έπνιγε.
Δεν είχαν μείνει και πολλά πράγματα στη θέση τους, 
αλλά εγώ με αυτά έστησα τον κόσμο μου.
Ξαναβρήκα την ευτυχία και προπαντός 
άρχισα να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.
Δεν έχω και πολλά αλλά επιτέλους
 άρχισα να νιώθω άνθρωπος.
Ελεύθερος άνθρωπος.
Και να, έφτιαξα εδώ κάτι δικό μου.
Αυτό το σπίτι είναι δικό μου.
Αυτά τα παπιά είναι δικά μου.
Στο βαθμό που είναι δικά μας τα πράγματα.
Δηλαδή εφήμερα και στο βαθμό 
που μπορούμε να τα χαιρόμαστε.
Αυτά τα παπιά συμπληρώνουν το όνειρο 
και συμβολίζουν την κατάκτηση της εφήμερης
 και προσωπικής μου ελευθερίας.
Είναι το λευκό που δεν είναι σύννεφο 
και είναι λεύτερο στο βαθμό που είμαι κι εγώ.
Το μόνο λευκό που είναι λεύτερο,
 είναι το σύννεφο, συμπλήρωσε τη σκέψη του ο Φάνης, 
ρουφώντας μια τελευταία γουλιά από τον καφέ του 
και έσβησε το τσιγάρο πετώντας το στη θάλασσα.
Τα παπιά τρέξανε πάνω στο αποτσίγαρο,
 σαν τρελά, νομίζοντας πως τους είχε πετάξει τροφή.
Κοίτα τα χαζά μου είπε γελώντας.
Ρε συ κοίτα μη βγάλεις καμιά φωτογραφία μου
 στο διαδίκτυο και γίνουμε ρεζίλι, 
μου φώναξε καθώς απομακρυνόταν γελώντας.
Εγώ το σεβάστηκα απόλυτα και συνέχισα
 να τραβώ φωτογραφίες τα παπιά 
και τις τρεις χήνες του
 έτσι όπως εγώ τις έβλεπα 
αλλά έχοντας στο μυαλό μου 
και τα λόγια του Φάνη.
Το μόνο λευκό, που είναι λεύτερο, 
είναι το σύννεφο.
Μόνο το σύννεφο; 
Πόλύ θα ήθελα να τον ρωτήσω
για τον αφρό από τα κύματα της θάλασσας
αλλά είχα ήδη φύγει 
και ήταν η τελευταία φορά
 που θα έβλεπα ζωντανό τον Φάνη.
Φιλικά 
Πάν Καρτσωνάκης 
Υ.Γ: Αυτές τις φωτογραφίες τις αφιερώνω στον Φάνη,
 για τους καφέδες που ήπιαμε μαζί 
και τις ατελείωτες συζητήσεις μας.
Ατελείωτες από κάθε άποψη.

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Ζούμε ταξιδεύοντας, σαν τα ποτάμια, το πολύ-πολύ έως τη θάλασσα.

Ζούμε ταξιδεύοντας, σαν τα ποτάμια, 
το πολύ-πολύ έως τη θάλασσα.
Αυτό έγραφε, με καλλιγραφική πολυτονική γραφή 
και με τη μέθοδο της πυρογραφίας, πάνω 
σε μια πινακίδα από ξύλο που κρεμόταν
 σε περίοπτη θέση στο μικρό δωμάτιό του
 και το οποίο μάλλον θύμιζε κελί μοναχού
 παρά δωμάτιο εργένη.
Ήταν λίγο μεγαλύτερος από πενήντα και ωστόσο
 η όψη του θύμιζε άνθρωπο εξήντα, τουλάχιστον χρονών.
Εργαζόταν από μικρό παιδί, αυτοσυντήρητος 
και η ζωή του όλη απλή και συνηθισμένη 
και δίχως καμία έξαρση, όπως χαρακτηριστικά
 μου εξομολογήθηκε.
-Άχρωμη, θα έλεγα, συμπλήρωσε την στιγμή
 που με είδε να μαζεύω τρίποδα, φακούς
 και φλας και κατάλαβε πως θα έφευγα.
-Tέλειωσες με την φωτογράφηση, με ρώτησε,
 να κεράσω κι άλλον ένα καφέ ή μήπως προτιμάς
 να παραγγείλω σουβλάκια και να πιούμε και μπύρα 
που έχω στο ψυγείο;
-Να, λέω να προλάβω να τα εμφανίσω σήμερα. 

Ήταν φανερό ότι διψούσε για λίγη ανθρώπινη
 παρουσία και τώρα που βρήκε κάποιον για να πει 
δυο κουβέντες και μάλιστα έναν τόσο πρόθυμο ακροατή, 
όπως εγώ, δεν του ήταν και τόσο εύκολο να με αφήσει
 να φύγω δίχως να προσπαθήσει να με κρατήσει 
όσο γινόταν περισσότερο.
Του έκανα το χατίρι και ξανακάθισα, 
μόνο για έναν καφέ ακόμη, του είπα και συμφώνησε.
-Θέλω να μου πεις για την επιγραφή, του είπα
 μόλις άρχισε να ετοιμάζει τον καφέ κι έτσι 
όπως στεκόμουν δίπλα του παρατηρώντας 
όλες τις κινήσεις του, μου θύμιζαν κάτι σαν τελετουργία.
Ο τρόπος που τον ανακάτευε αρκετή ώρα με ξυλαράκι 
ειδικά κατασκευασμένο γι αυτήν τη δουλειά, 
όπως μου εξήγησε, πάνω στην πολύ σιγανή φωτιά
 έτσι όπως σιγόβραζε μέσα στο ανοξείδωτο
 αλλά περίεργου σχήματος μπρίκι, αλλά και το ύψος
 που γέμισε τα μικρά φλιτζανάκια του καφέ 
για να κάνουν τις σωστές φουσκάλες, 
όπως μου εξήγησε, τράβηξαν περισσότερο
 την προσοχή μου έτσι καθώς μου θύμισαν 
άλλες εποχές και άλλους τόπους.
-Πες μου σε παρακαλώ για την πινακίδα,
 τον ξαναρώτησα, τι ακριβώς θέλει να πει αυτό
 το πολύ -πολύ έως τη θάλασσα;
- Εσύ τι κατάλαβες, μου απάντησε με ερώτηση
 και καρφώνοντας το βλέμμα του απάνω μου.
-Αυτό ακριβώς σε ρωτάω για να μην έχω καταλάβει
 λάθος, του είπα πετώντας του το μπαλάκι 
σε ένα παιχνίδι που φαίνεται ότι του άρεσε
 και δεν θα το άφηνε να τελειώσει τόσο σύντομα.
- Κοίταξε, του είπα, να το ξεκαθαρίζουμε από την αρχή, 
ότι για μένα, εμείς οι άνθρωποι δηλαδή, δεν είμαστε 
τα ποτάμια αλλά το νερό.
Συμφώνησε κι έτσι αρχίσαμε να συζητάμε,
 αφού είχαμε βάλει τουλάχιστον 
και κάποια σημεία επικοινωνίας
 για να μπορέσει να γίνει η συζήτηση.
Πέρασε έτσι αρκετή ώρα ώσπου να καταλήξουμε
 στο συμπέρασμα ότι ο κάθε άνθρωπος έχει
 τη δική του προσωπική ερμηνεία για τα πάντα 
και δεν είναι εύκολο να μιλάμε για αντικειμενική 
αλήθεια, ούτε και για τον ίδιο το χρόνο που βιώνουμε,
 γιατί όπως κι εγώ συνήθιζα να λέω, ότι ο χρόνος μπορεί 
και ίσως πρέπει να ξεγελάει τους ανθρώπους.
Αποχαιρετώντας τον στάθηκε στη εξώπορτα 
και λίγο πριν να μου δώσει το χέρι του 
μου είπε τραγουδιστά κάτι σαν μαντινάδα:
-Σαν όνειρο, οι άνθρωποι, ζούνε και σαν τραγούδια
Ανθίζουν και μαραίνονται, όπως και τα λουλούδια.
Φιλικά 
Πάν Καρτσωνάκης

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Τότε και μόνο τότε θα χαθούμε σαν έθνος.

Διόλου δεν έφυγαν
Αναπνέουν ακόμη εδώ.
Σαν τα λουλούδια την Άνοιξη.
Υπάρχει το άρωμά τους.
Αγριολούλουδα που επιμένουν.

Τι και αν ρήμαξαν τα σπίτια τους,
βεβήλωσαν τα ιερά τους,
έσπασαν τ αγάλματα με τη μορφή τους
κι έκαψαν τα γραφτά τους.
Υπάρχουν ακόμη εδώ!

Γκρέμισαν κι έφεραν στο έδαφος
 τους ιερούς ναούς τους.
Ξερίζωσαν τη θύμησή τους;

Όχι δεν έφυγαν ποτέ από τη χώρα τους.
Υπάρχουν πάντοτε στη γη που τους ξεγέννησε.
Διόλου δεν έφυγαν κυνηγημένοι.
Αναπνέουν ακόμη.
Το άρωμά τους υπάρχει ακόμη εδώ.
Όσες γενιές και να περάσουν.
               Πάν Καρτσωνάκης
They never left.
They still breathe in here.
Like the flowers in springtime.
Their perfume exists.
Wildflowers that persist.

What if their temples are ravaged,their sacred places
are desecrated,their statues are broken
and their writings are burned .
 They are still here!

Their sacred temples were destroyed and demolished.
But their remembrance was not washed out?

No, they never left their homeland.
There are always in the soil 
that once gave them birth.
They never left hunted away.
They still breathe.
Their perfume is still here.
 For as many generations will pass through.
Pan Kartsonakis
Έχουν μνήμες οι πέτρες. 
Των κεραμικών τα όστρακα
 και των μαρμάρινων γλυπτών τα θραύσματα
 λένε ιστορίες. 

Έχουν οξειδωθεί με αναμνήσεις
 και οι αιώνες έχουν επάνω τους σταλάξει ιστορίες 
που κανείς, σωστά, δεν μπορεί να διαβάσει
 παρεκτός ποιητές και αλαφροΐσκιωτοι,
 σαλιγκάρια και πεταλούδες . . . .
 . . κανένας άλλος καλλίτερα. 

Έχουν μνήμες οι πέτρες . . . . 
Έτσι όπως και τα κύτταρα. 
Καρτσωνάκης Πάν 2009
The stones can recall. 
The ceramic sherds and the pieces
 of the marble sculptures, 
have stories to tell.
 They've been oxidized with memories 
and the centuries 

have dripped on them stories
 that no one can read, 
in the right way, 
except the poets and the "moonstrucked", 
the snails and the butterflies ... 
nobody else could. 

Stones can recall. . . . . . . . . 
Like bodycells do, the same way.
 Kartsonakis Pan 2009
Αν ξεχάσουμε, τη γλώσσα μας 
και ποιου πολιτισμού είμαστε κληρονόμοι
σε ποια χώματα είχαμε την τιμή
να γεννηθούμε και να κατοικούμε
τότε και μόνο τότε θα χαθούμε.
Ε, λοιπόν όχι.....
.........δεν μπορούμε να ξεχάσουμε!