Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Το μόνο λευκό που είναι λεύτερο, είναι το σύννεφο.

Τον Φάνη τον ήξερα από παιδί.
Ποτέ όμως δεν είχαμε κάνει παρέα.
Ίσως γιατί ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος σε ηλικία.
Εκεί, μετά το Γυμνάσιο, τον έχασα.
Αυτό όμως μέχρι το 1999 που ξαφνικά τον ξαναείδα.
Στην αρχή δεν τον αναγνώρισα.
Αυτός με θυμήθηκε πρώτος.
Τον συνάντησα σε μια απόμερη παραλία, 
λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη που μένω.
Μια παραλία που μόνο αν χάσεις τον δρόμο σου
 μπορείς να βρεθείς.
Είχε χτίσει μια καλύβα, πάνω στα ερείπια 
κάποιου παλιού σπιτιού 
(του πατρικού του, όπως μου εξήγησε αργότερα),
 από το οποίο και το μόνο που είχε απομείνει όρθιο
 ήταν ο ένας τοίχος.
Πάνω σαυτόν τον τοίχο, είχε στηρίξει 
την όλη του κατασκευή που περισσότερο 
έδειχνε με αποθήκη.
Ήταν όμως ένα σπίτι, το καλύτερο που είχα ποτέ,
 μου έλεγε συχνά ο Φάνης.
Για χρόνια ταξίδεψα στα καράβια.
Προσπάθησα να μείνω και να δουλέψω 
στην Αμερική αλλά τζίφος.
Μας είχαν σε ένα υπόγειο και δουλεύαμε, 
σκλάβοι στην ουσία, για λογαριασμό 
του Έλληνα που μας έκρυβε.
Ανασφάλιστος και με μεροκάματο της πλάκας.
Ούτε τη γλώσσα φυσικά μπορούσα να μάθω, 
αφού στην ουσία μόνο με Έλληνες ερχόμουν σε επαφή.
Στη δούλεψη άλλων μια ζωή 
και ξένος ανάμεσα σε ξένους.
Ποτέ δεν είχα, κάτι δικό μου.
Κάτι να με κρατάει, μόνο το όνειρο είχα.
Τα χρόνια όμως περνούσαν.
Στο τέλος, απελπίστηκα, χάθηκε και το όνειρο,
 πήγα και παραδόθηκα μόνος μου.
Αλλά το όνειρο, στην ουσία, ποτέ δεν είχε χαθεί, 
μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι 
και δείχνοντας με το χέρι του ένα γύρω.
Γύρισα πίσω, εδώ ακριβώς που κάποτε, 
αυτός ο τόπος με έπνιγε.
Δεν είχαν μείνει και πολλά πράγματα στη θέση τους, 
αλλά εγώ με αυτά έστησα τον κόσμο μου.
Ξαναβρήκα την ευτυχία και προπαντός 
άρχισα να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.
Δεν έχω και πολλά αλλά επιτέλους
 άρχισα να νιώθω άνθρωπος.
Ελεύθερος άνθρωπος.
Και να, έφτιαξα εδώ κάτι δικό μου.
Αυτό το σπίτι είναι δικό μου.
Αυτά τα παπιά είναι δικά μου.
Στο βαθμό που είναι δικά μας τα πράγματα.
Δηλαδή εφήμερα και στο βαθμό 
που μπορούμε να τα χαιρόμαστε.
Αυτά τα παπιά συμπληρώνουν το όνειρο 
και συμβολίζουν την κατάκτηση της εφήμερης
 και προσωπικής μου ελευθερίας.
Είναι το λευκό που δεν είναι σύννεφο 
και είναι λεύτερο στο βαθμό που είμαι κι εγώ.
Το μόνο λευκό που είναι λεύτερο,
 είναι το σύννεφο, συμπλήρωσε τη σκέψη του ο Φάνης, 
ρουφώντας μια τελευταία γουλιά από τον καφέ του 
και έσβησε το τσιγάρο πετώντας το στη θάλασσα.
Τα παπιά τρέξανε πάνω στο αποτσίγαρο,
 σαν τρελά, νομίζοντας πως τους είχε πετάξει τροφή.
Κοίτα τα χαζά μου είπε γελώντας.
Ρε συ κοίτα μη βγάλεις καμιά φωτογραφία μου
 στο διαδίκτυο και γίνουμε ρεζίλι, 
μου φώναξε καθώς απομακρυνόταν γελώντας.
Εγώ το σεβάστηκα απόλυτα και συνέχισα
 να τραβώ φωτογραφίες τα παπιά 
και τις τρεις χήνες του
 έτσι όπως εγώ τις έβλεπα 
αλλά έχοντας στο μυαλό μου 
και τα λόγια του Φάνη.
Το μόνο λευκό, που είναι λεύτερο, 
είναι το σύννεφο.
Μόνο το σύννεφο; 
Πόλύ θα ήθελα να τον ρωτήσω
για τον αφρό από τα κύματα της θάλασσας
αλλά είχα ήδη φύγει 
και ήταν η τελευταία φορά
 που θα έβλεπα ζωντανό τον Φάνη.
Φιλικά 
Πάν Καρτσωνάκης 
Υ.Γ: Αυτές τις φωτογραφίες τις αφιερώνω στον Φάνη,
 για τους καφέδες που ήπιαμε μαζί 
και τις ατελείωτες συζητήσεις μας.
Ατελείωτες από κάθε άποψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια :